Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ - ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ





I.                                                         Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Το θεωρητικό πρόβλημα της ανάλυσης και ερμηνείας της δομής των «πρωτόγονων» κοινωνιών, το οποίο ήταν κυρίαρχο από την περίοδο που μεσουρανούσε στο ανθρωπολογικό στερέωμα ο Radcliffe-Brown έως και τη δεκαετία του ‘70-τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία-ήταν λογικά αναπόφευκτο να προκαλέσει το ερευνητικό ενδιαφέρον ενός κατεξοχήν δομιστικού ρεύματος κοινωνιολογικής σκέψης, του μαρξισμού. Πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί, κυρίως Γάλλοι, από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, στρέφουν την προσοχή τους στην κοινωνική ανθρωπολογία, μετά από ένα μακρόχρονο διάστημα αρνητικής στάσης απέναντι σε αυτή την, «αστική», επιστήμη. Στην εξέλιξη αυτή, συνέβαλε αποφασιστικά το γενικότερο κλίμα κοινωνικής αμφισβήτησης και κριτικής, ως απόρροια των συγκρουσιακών κοινωνικών γεγονότων και των ιδεολογικοπολιτικών ζυμώσεων που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο. Από την άποψη της κοινωνικής θεωρίας, η επίδραση των παραπάνω παραμέτρων επέφερε την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος γύρω από το μαρξισμό και ανέδειξε ως προνομιακό πεδίο έρευνας, τις «πρωτόγονες» ή «απλές» κοινωνίες, λόγω των ιδεολογικών αναφορών στις οποίες παραπέμπουν (εξισωτικές κοινωνίες, με απουσία ταξικών-εκμεταλλευτικών σχέσεων). Έτσι, μια σειρά επιστήμονες όπως οι Meillasoux, Terray, Dupre, Godelier, σκύβουν πάνω από τις κοινωνίες που μελετούν παραδοσιακά οι ανθρωπολόγοι, εφαρμόζοντας τις αρχές και τις μεθόδους της εθνογραφικής έρευνας.
Το ζητούμενο, σε σχέση με τη δομομαρξιστική σχολή, είναι η κριτική αποτίμηση της συνεισφοράς της στη μελέτη των γραμμικής καταγωγής κοινωνιών. Κατά την άποψη του Joel S. Kahn, η μαρξιστική ανάλυση των κατατμημένων κοινωνιών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, για διάφορους λόγους, εκ των οποίων δύο είναι οι πιο σημαντικοί: «Πρώτο, οι μαρξιστές θεωρητικοί βαδίζουν ως επί το πλείστον πάνω στο έδαφος της παραδοσιακής ανθρωπολογίας και έτσι, πάνω στο δεδομένο εθνογραφικό υλικό μπορεί να αξιολογηθεί η συνεισφορά τους σε σχέση με τους μη μαρξιστές θεωρητικούς. Δεύτερο, χρησιμοποιώντας το τεράστιο εμπειρικό υλικό που συγκεντρώθηκε στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οι ακαδημαϊκοί αυτοί στοχαστές έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα κεντρικό ερώτημα της μαρξιστικής ανάλυσης, το οποίο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Πώς μπορεί η δουλειά του Μαρξ και των άλλων θεωρητικών της μαρξιστικής παράδοσης να εφαρμοστεί σε μια περιοχή εμπειρικά άγνωστη για τον ίδιο τον Μαρξ; Και τα συνακόλουθα ερωτήματα: Υπάρχουν βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού που να είναι προσαρμόσιμες σε μια ανάλυση τόσο των καπιταλιστικών όσο και των προκαπιταλιστικών κοινωνιών; Ή παρέχει τα μέσα το μαρξιστικό ερμηνευτικό μοντέλο για τη δημιουργία νέων αναλυτικών εργαλείων, εννοιών, μεθόδων, που μπορούν να εφαρμοστούν ειδικά στη μελέτη αυτών των κοινωνιών; Μπορούμε, τέλος, να μιλήσουμε για εκμετάλλευση και πολιτική καταπίεση στις «πρωτόγονες», κατατμημένες κοινωνίες; Ως απάντηση-διέξοδο σε αυτά τα ερωτήματα, οι παραπάνω συγγραφείς ανέπτυξαν την έννοια ενός «νέου» τρόπου παραγωγής, για να μπορέσουν να περιγράψουν και να προσδιορίσουν μια εμπειρική πραγματικότητα που δεν αντιστοιχεί στους καταγραμμένους από το Μαρξ τρόπους παραγωγής». (J. S. Kahn, σελ. 57-8).
Η θεωρητική παραδοχή της ύπαρξης ενός «νέου» ή «πρωτόγονου» τρόπου παραγωγής, λογικά προϋποθέτει την κριτική και την αποστασιοποίηση από το μαρξιστικό δόγμα περί κυριαρχίας του οικονομικού παράγοντα στην κοινωνική δομή. Και αυτό γιατί, όπως θα φανεί παρακάτω, στις λεγόμενες «απλές» ή κατατμημένες κοινωνίες η οικονομία δεν είναι το κυρίαρχο επίπεδο της κοινωνικής ζωής, γεγονός που μας οδηγεί σε ένα νέο θεωρητικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η οικονομία είναι ο «σε τελευταία ανάλυση καθοριστικός παράγοντας του κοινωνικού σχηματισμού». Εδώ εντοπίζεται και το σημείο εκκίνησης της θεωρητικής προσπάθειας των δομομαρξιστών στοχαστών, το οποίο προσδιόρισε την πορεία της έρευνάς τους και τον τρόπο ανάλυσης των εμπειρικών δεδομένων.
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συμπυκνωμένη παρουσίαση του τρόπου εφαρμογής των παραπάνω αναλυτικών εργαλείων και θεωρητικών σχημάτων στο πεδίο της έρευνας, καθώς και η καταγραφή των κυριότερων συμπερασμάτων αυτών των μελετών. Ως βασικός άξονας χρησιμοποιείται το βιβλίο του Emmanuel Terray «Marxism andPrimitiveSicieties» (1972), ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος του, Historical Materialism and Segmentary Linage-Based Societies, το οποίο αποτελεί εθνογραφική μελέτη της κοινωνίας των Guro, στην Ακτή Ελεφαντοστού. Θεωρείται ότι είναι ένα αξιόλογο και ολοκληρωμένο έργο, το οποίο εφαρμόζει με συνέπεια τις θεωρητικές και μεθοδολογικές αρχές του ιστορικού υλισμού πάνω σε ένα εμπειρικό υλικό πολύ γνωστό και καταγραμμένο από πολλούς «κλασσικούς» ανθρωπολόγους.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Εθνικισμός-ρατσισμός και ο αντί(-λογος): όταν ο καταγγελτικός-εναντιωματικός λόγος δεν επαρκεί.


Συνήθως ο λόγος – προφορικός και γραπτός – που αρθρώνεται ενάντια στον εθνικισμό-πατριωτισμό, τον φασισμό-ρατσισμό και τον ολοκληρωτισμό έχουν έναν καταγγελτικό προς την εξουσία χαρακτήρα. Έχουμε όμως αναρωτηθεί αν αυτός ο λόγος είναι αποτελεσματικός στην αλλαγή συνείδησης των ανθρώπων και της κοινωνίας; Αρκεί μόνη η κριτική στις ρατσιστικές και ξενοφοβικές πολιτικές της κυβέρνησης – που σίγουρα είναι καταδικαστέες – και στις ακροδεξιές πρακτικές και ιδεολογήματα; Ή θα ήταν περισσότερο εποικοδομητικό-λειτουργικό να παραγάγουμε έναν λόγο αναλυτικό και εμπεριστατωμένο, με ισχυρή επιχειρηματολογία και αποδεικτική εγκυρότητα απέναντι στα ψέματα και την κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά και στον έρποντα φασισμό ευρύτερων κοινωνικών ομάδων;
Γιατί μπορεί, από ένα μεγάλο φάσμα της αριστεράς και του ριζοσπαστικού χώρου, να θεωρείται ότι ο «εχθρός» είναι μόνο οι πολιτικοί και οι διάφορες καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις – ανάμεσά τους και οι ακροδεξιοί –, ωστόσο εξίσου προβληματική και ανάχωμα σε μια προοδευτική-πολυπολιτισμική ιδέα είναι η διαδεδομένη νοοτροπία του «λαού»: ξενοφοβία, φόβος και μίσος για το «διαφορετικό», πουριτανισμός. Δεν θα πρέπει να μας προβληματίζει – πρώτα απ’ όλα βέβαια θα ’πρεπε να προβληματίζει η άνετη σύμπλευση του ριζοσπαστικού με το μαζικό, δηλαδή η κομφορμιστική αναγωγή του πρώτου σε μέινστριμ ιδεολογικό ρεύμα (αντιμνημονιακό-εθνοπατριωτικό) – άραγε το κατά πόσο η κυβερνητική πολιτική και τα μέτρα που παίρνονται για κοινωνικά ζητήματα, όπως αυτό της μετανάστευσης, παίρνονται ακριβώς γιατί πατούν στο έδαφος της κυρίαρχης νοοτροπίας στην κοινωνία; Και όχι μόνο αυτό, αλλά συχνά ως αντίδραση στις εκδηλωμένες πια πρακτικές αυτής της νοοτροπίας από ευρεία κομμάτια κόσμου που ξεσπάει στους κοινωνικά αδύναμους και καταδιώκει μετανάστες, εξαρτημένους, ψυχικά ασθενείς και που το λιγότερο δεν θέλει να τους έχει στη γειτονιά του (ή, στην καλύτερη περίπτωση, συναινεί παθητικά και συχνά επιδοκιμάζει ενεργητικά τέτοιες συμπεριφορές); Γιατί ο σκοταδισμός και ο παραλογισμός, σε μαζικό επίπεδο, είναι δυσλειτουργικό στοιχείο και για το ίδιο το αστικό-δημοκρατικό σύστημα.
Η κοινωνική αδράνεια απέναντι σε μεταρρυθμίσεις και αλλαγές (όπως η αποασυλοποίηση ψυχικά πασχόντων και η δημιουργία κέντρων για τοξικοεξαρτημένους), που πηγάζει από τον συντηρητισμό των «μαζών», πολλές φορές αναγκάζει τους πολιτικούς να πάρουν μέτρα συντηρητικά ή να κάνουν πίσω στις όποιες προοδευτικού χαρακτήρα νομικές ρυθμίσεις ή θεσμούς (βλέπε π.χ. για το ζήτημα της αποσυμφόρησης των φυλακών)*. Τα παραπάνω βέβαια δεν απενεχοποιούν με κανέναν τρόπο την εξουσία για το ρόλο της στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αλλά από την άλλη δεν μπορούμε να φτάνουμε σε κρίσεις-προτάσεις του τύπου «όλοι οι πολιτικοί είναι ρατσιστές και χουντικοί, εγκληματίες, λαμόγια κ.λπ.». Όχι μόνο γιατί αυτό αποτελεί έκφραση μια ακροδεξιάς ρητορικής και ιδεολογίας αλλά και γιατί καταργεί την ίδια την κοινή λογική – πόσο μάλλον τον ορθό λόγο – ισοπεδώνοντας τα πάντα. Διότι, αν δεχτούμε ότι όλοι οι πολιτικοί και τα αστικά-καθεστωτικά κόμματα λένε ψέματα (αφού το «παίζουν» δημοκράτες αλλά στην πράξη είναι φασίστες), τότε γιατί να μην δεχθούμε ότι μπορεί να ισχύει το ίδιο και για τους ριζοσπαστικούς-ανατρεπτικούς χώρους, αφού ό,τι και αν δηλώνεις ισχύει το αντίθετο; Αυτό όμως οδηγεί σε αδιέξοδο και αναπαράγει μια παράλογη συνωμοσιολογική-σκοταδιστική σκέψη. (Αν και στην Ελλάδα, για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους, κυριαρχεί η ανειλικρίνεια στη δημόσια σφαίρα και συνήθως «είσαι ό,τι δηλώσεις», εντούτοις δεν μπορεί αυτό να εφαρμοστεί σε απόλυτη κλίμακα και σε τέτοια θεμελιακά ζητήματα ιδεολογικού αυτό-προσδιορισμού, για όλο το κυρίαρχο πολιτικό φάσμα και τα φυσικά πρόσωπα.) 
Έτσι λοιπόν, τα μέτρα που κατά καιρούς παίρνονται είναι μια αντίδραση της κυβερνητικής εξουσίας στην υπερσυντηρικοποίηση ή την έλλειψη ευαισθησίας και αδιαφορία της κοινωνίας για φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα. Με στόχο, από τη μία, ψηφοθηρικό και, από την άλλη, να ανακοπεί η ακροδεξιά και υπερσυντηριτική στροφή της κοινωνίας (αφού μέσω των μέτρων αυτών ικανοποιείται το «λαϊκό αίσθημα»), προοπτική που αν γίνει κυρίαρχη, τότε αυτό δημιουργεί προβλήματα και στο ίδιο το αστικοδημοκρατικό σύστημα. Αυτό βέβαια, δεν αναιρεί το ότι τελικά το αποτέλεσμα των παραπάνω πολιτικών είναι να γίνονται οι νεροκουβαλητές της ακροδεξιού σκοταδισμού.
Το σίγουρο είναι ότι όσο δεν βρίσκεται μια βραχυπρόθεσμη λύση για το θέμα των μεταναστών, τόσο οξύνονται τα ρατσιστικά-ακροδεξιά ανακλαστικά της κοινωνίας. Το θέμα είναι ποιος θα δώσει αυτή τη λύση, το κίνημα ή η εξουσία. Πάντως, οι λύσεις που προτείνει το κίνημα είναι μακροπρόθεσμες (προϋποθέτουν ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης και αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων) και άρα σε παρόντα χρόνο το διαιωνίζουν. Ενδεικτική για τη στάση-κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας (και όχι μόνο) είναι πρόσφατη δημοσκόπηση σε κυριακάτικη εφημερίδα. Όπου σχεδόν το 50% των ερωτηθέντων τάσσονται υπέρ της κατασκευής κέντρων «φιλοξενίας» (δηλ. εγκλεισμού) μεταναστών, ενώ στο ίδιο ποσοστό (από προηγούμενο 19%) επιθυμούν τη σταδιακή απομάκρυνση όλων των μεταναστών από τον Ελλάδα. (σ.σ.: Για τις όποιες ενστάσεις για τις καθεστωτικές δημοσκοπήσεις, καλό είναι να αποφασίσουμε αν τις λαμβάνουμε υπόψη και όχι επιλεκτικά όποιες ταιριάζουν στην ιδεολογική μας θέση. Πάντως, οι διάφορες δημοσκοπήσεις αν και απέχουν από την ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, ωστόσο συνιστούν ενδείξεις και τάσεις κοινωνικές-ιδεολογικές σε μια δεδομένη συγκυρία. Τάσεις, που αφού καταγράφονται ξανά και ξανά με αυξητικό μάλιστα ρυθμό, αυτό σημαίνει ότι έχουν γίνει μόνιμες. Και αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο χρήζει εμπεριστατωμένης μελέτης.)   
Από την άλλη, το ότι είμαστε ενάντια στους αστούς πολιτικούς και στην καθεστωτική πολιτική, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί και η πολιτική σφαίρα του δημόσιου βίου. Γιατί έτσι καταλήγουμε μαθηματικά στην απολίτικη κοινωνία και στον ολοκληρωτισμό. Το ότι, περαιτέρω, σε μια αταξική κοινωνία, όπου καταργούνται οι διαχωρισμοί, η πολιτική ενσωματώνεται ως μη διαχωρισμένη διαδικασία στην κοινωνική σφαίρα, αυτό δε σημαίνει ότι καταργούνται όλες οι λειτουργίες και η βασική λογική της: αυτό-οργάνωση, αυτοδιαχείριση των κοινών, γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση, άμεση δημοκρατία. Εξάλλου η πολιτική είναι μια αναβαθμισμένη κοινωνική διαδικασία, στο βαθμό που στηρίζεται στην αφαιρετική σκέψη και στον ορθό λόγο (στην επιστήμη). Ενώ το α-πολιτικό στηρίζεται σε συναισθηματισμούς και στον ανορθολογισμό, στον συντεχνιασμό και τον ατομικισμό.
Περαιτέρω, με το να καταγγέλλουμε μόνο τους πολιτικούς, αφήνουμε στο απυρόβλητο το κεφάλαιο και την αστική τάξη, και την τεράστια δυνατότητα τους να παρεμβαίνουν και να καθορίζουν τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, επιβάλλοντας στους πολιτικούς τα συμφέροντα και τη θέλησή τους. Στην Ελλάδα μάλιστα, όχι μόνο τα μεγάλα αλλά και τα μικρά αφεντικά, εφόσον εν μέσω «κρίσης» δεν χρειάζονται πλέον το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών εργατών, συναινούν και υποστηρίζουν την αντι-μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης.
Το σίγουρο είναι λοιπόν ότι πρέπει να καταδικάσουμε και να αντισταθούμε στα νέα αντιδραστικά μέτρα ενάντια στους μετανάστες. Όμως με ποιο τρόπο; Μήπως θα πρέπει με στοιχεία και επιχειρήματα να υποστηρίξουμε τη χρησιμότητα των μεταναστών εργατών στην κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη και επίσης με εμπεριστατωμένο λόγο να καταρρίψουμε τους μύθους και τους φόβους απέναντί τους (όπως αυτόν περί «υγειονομικής βόμβας») από την κοινωνία, αλλά και να αποκαλύπτουμε με επιχειρήματα το ρόλο και την ιδεολογία που κρύβεται πίσω από τις κυρίαρχες πολιτικές-μέτρα; Με άλλα λόγια, να απευθυνθούμε πρώτα απ’ όλα στην κοινωνία για να πείσουμε ότι οι εργάτες έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα, ντόπιοι ή μετανάστες. Και ότι επίσης οι μετανάστες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στον αγώνα ενάντια στην ταξική επίθεση που υφίσταται η κοινωνία και τα κατώτερα στρώματά της, αν ενταχθούν και γίνουν αποδεκτοί από τους ντόπιους αδελφούς τους.
Τα παραπάνω συνεπάγονται ότι χρειάζεται σοβαρή και συστηματική-συνεχή διαπαιδαγώγηση, πολιτισμική και μορφωτική δουλειά προς την κοινωνία, τους εργάτες και τον «λαό», αν πρόκειται να απεγκλωβιστούν κάποτε από τα εξουσιαστικά παραμύθια-την κυρίαρχη ιδεολογία. Χωρίς προκαταλήψεις, με επιμονή, σιγουριά και αυτοπεποίθηση για την αλήθεια των όσων πρεσβεύουμε. Χωρίς συναισθηματισμούς, εύκολους ενθουσιασμούς ή απογοητεύσεις.
Αντίστοιχα, απεύθυνση θα πρέπει να γίνεται και στους ίδιους τους μετανάστες, να έρθουν συλλογικά σε επαφή και επικοινωνία με κινήσεις, σωματεία και συλλογικότητες, με συνελεύσεις γειτονιών και στέκια, με απεργιακούς και κοινωνικούς αγώνες, όπως επίσης να αυτοπεριφρουρούν τις κοινότητές τους, ώστε να καταδικάζουν και να αποτρέπουν τυχόν συμπεριφορές που τους εκθέτουν στην κοινωνία, προτάσσοντας ως κυρίαρχο το ζήτημα της κοινωνικής-ταξικής αλληλεγγύης. Εξάλλου η μικρομεσαία εγκληματικότητα στρέφεται κατά των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και είναι ανασταλτικός παράγοντας για την ταξική συνείδηση και αλληλεγγύη.
Τέλος, θα έπρεπε να γίνουν συγκεκριμένες προτάσεις για την αλληλεγγύη και συμμαχία μεταναστών και γηγενών εργατών, όπως για παράδειγμα την ένταξη των μεταναστών στα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης (ανταλλαγής εργασίας, γνώσεων και τεχνικών, γλώσσας και κουλτούρας) και στα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα. Επίσης η διοργάνωση ανοιχτών πολυπολιτισμικών δράσεων, παρεμβάσεων σε δημόσιους χώρους, ομιλίες και χάπενινγκ με τη συμμετοχή μεταναστών.  
Γιατί μόνο αν αμβλυνθεί η διάχυτη ξενοφοβία, ο ρατσισμός και ο συντηρητισμός των «λαϊκών» στρωμάτων και απομυθοποιηθούν τα ιδεολογήματα της εξουσίας και της ακροδεξιάς, θα είναι ευνοϊκό το κλίμα (αλληλεγγύη, αλληλοκατανόηση) για μια πραγματικά ριζοσπαστική προοπτική και κοινό ταξικό αγώνα «ντόπιων» και μεταναστών εργαζομένων.
Δημήτρης Φασόλης
10/4/2012

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Χωρίς «Ταυτότητα»


Ο Οικουμενικός Άνθρωπος είναι ο πολύπτυχος, πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος.

Ίσως από την απαρχή της ιστορίας του, ο άνθρωπος προσδιοριζόταν πάντα, με άλλα λόγια περιοριζόταν ή ήταν εγκλωβισμένος, σε διάφορες, ανάλογα την εποχή και τις περιστάσεις, ταυτότητες. Η «ταυτότητα» είναι συνδεδεμένη με μια άλλη έννοια, τον «εαυτό», έτσι ώστε όταν μιλάμε για ταυτότητα εννοούμε έναν συλλογικό εαυτό[1].
Όταν λέμε «προσδιορίζεται και περιορίζεται» (ο άνθρωπος) από την έννοια της ταυτότητας, εννοούμε ότι μια αφηρημένη και αόριστη έννοια, όπως η «ταυτότητα», αποκτά μέσα από τη συγκεκριμένη ιδεολογία και το συμβολικό οικοδόμημα κάθε εποχής ένα περισσότερο ή λιγότερο ασαφές περιεχόμενο. Όμως, πρόκειται για συμβολικό και φαντασιακό περιεχόμενο με πολλά αυτονόητα και στερεότυπα, ένα περιεχόμενο με ψευδή-μη ρεαλιστικά στοιχεία. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι λειτουργεί ομογενοποιητικά, καλύπτοντας ιδιαιτερότητες και διαφορές των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται.
Έτσι δημιουργεί μια κλειστή, οριοθετημένη περιοχή (υποτιθέμενων) όμοιων πραγμάτων, δηλαδή με δήθεν κοινές ιδιότητες-χαρακτηριστικά, ενώ τα έξω από την οροθετημένη περιοχή πράγματα παρουσιάζονται ως ανομοιογενή, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη περιοχή είναι ο τόπος της «Ταυτότητας» («το κοινό-ομοειδές, το εσωτερικό-οικείο, το εγώ-εμείς»), ενώ ο δεύτερη ο τόπος της «Ετερότητας» («το ανόμοιο-διαφορετικό, το εξωτερικό-ανοίκειο, ο άλλος-άλλοι»).  
Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η ταυτότητα είναι ένας τρόπος διαχωρισμού και κατακερματισμού της πραγματικότητας. Ουσιαστικά δεν προκύπτει από ένωση, αλλά από διαχωρισμό. Όχι από θέση υπέρ κάτι κοινού αλλά από άρνηση του «άλλου», του διαφορετικού, που γι’ αυτό τίθεται αρνητικά έξω από τον κύκλο του «κοινού-οικείου» (ταυτότητα).
Τέλος, από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ταυτότητα, σε όλες τις μορφές της, δεν αφορά σε κάποια ουσία ή σταθερή και φυσική ιδιότητα των πραγμάτων στα οποία αποδίδεται. Αντίθετα, πρόκειται για μια κοινωνική-πολιτισμική κατασκευή, το νόημα και το συμβολικό περιεχόμενο της οποίας διαφέρει διαχρονικά αλλά και από κοινωνία σε κοινωνία και από τόπο σε τόπο.
Ερχόμενοι τώρα στην «εθνική ταυτότητα», βλέπουμε ότι αναπαράγει ψευδείς αναπαραστάσεις ομοιογένειας μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, παρουσιάζοντας την εν λόγω κοινωνία ως ένα αδιαφοροποίητο σύνολο. Έτσι οι άνθρωποι από διαφορετικές τάξεις παρουσιάζονται ως έχοντες σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα ή η καταγωγή. Εδώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα αντικρουόμενα συμφέροντα, η ανισότητα κύρους και δύναμης, η διαφορετική θέση στην παραγωγή (εκμεταλλευτής                          / εκμεταλλευμένος). Στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν σαφώς τα μέλη μιας κοινωνίας μεταξύ τους. Πρόκειται λοιπόν για μια κοινωνική και πολιτισμική-ιδεολογική κατασκευή, η οποία εξυπηρετεί τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της ιθύνουσας αστικής τάξης.
Αλλά και οι άλλες ταυτότητες, όπως του φύλου («ανδρισμός»/«θηλυκότητα»), ηλικιακές («μικρός»/«μεγάλος», «ενήλικας»/«ανήλικος»-«παιδί»), δηλαδή ταυτότητες που αφορούν σε διάφορες πολιτισμικές και κοινωνικές ομάδες ή κατηγορίες (π.χ. συγγενειακές, ποδοσφαιρικές, πολιτικές), συνιστούν κατασκευές. Δηλαδή δεν έχουν ένα σταθερό-διαχρονικό και αντικειμενικό (δηλαδή καθολικό) περιεχόμενο, αλλά εκφράζουν αντιλήψεις, αναπαραστάσεις, πολιτισμικά μοτίβα και πρότυπα που καθορίζονται από ιστορικούς και κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες. Οι ταυτότητες, τελικά, κατατέμνουν την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, ως ολότητα-καθολικότητα. Δημιουργούν τεχνητούς διαχωρισμούς και διαστρεβλώνουν το βαθύτερο περιεχόμενό του, ως πλατιά (καθολική) έννοια-κατηγορία με τις καθολικές ιδιότητές του.
Στο βαθμό λοιπόν που οι ταυτότητες λειτουργούν επιμεριστικά-διαχωριστικά ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, τις κοινωνίες, του πολιτισμούς και τα γενικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως κατηγορία (= πλατιά έννοια), τελικά υποβαθμίζουν και διαστρεβλώνουν τη βαθύτερη ουσία και δομή του ανθρώπου ή ό,τι εννοούμε ως ανθρώπινο (ανθρωπινότητα). Και όταν λέμε κατακερματισμό και πτώχευση του ανθρώπου εννοούμε επίσης ότι, μέσω της ταυτότητας, διαχωρίζεται και από τη φύση, το περιβάλλον και από την ευρύτερη κοσμολογική ουσία-έννοιά του. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του σαν κάτι ξέχωρο και απόμακρο από τη γήινη βιόσφαιρα και από τις διαδικασίες, τις δομές-σχέσεις και τις αρχές ή κανόνες που διέπουν τον κόσμο (σύμπαν).
Να γιατί λοιπόν το ανθρώπινο ον, μέσα στην μακραίωνη πορεία του από διάφορες εξουσιαστικές ιδεολογίες και ιεραρχικούς πολιτισμούς, έχει χάσει την καθολική-οικουμενική ιδέα και περιεχόμενό του. Έτσι, συμπεριφέρεται ανάλογα, ως κυρίαρχος, εκμεταλλευτής και κατακτητής ή υπάκουος, πειθαρχημένος, υπήκοος. Είτε εξουσιαστής είτε εξουσιαζόμενος, θεωρεί πάντως ότι είναι το κέντρο του κόσμου.
Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, ότι για το πέρασμα σε μια άλλη πραγματική κοινωνία, θα πρέπει οι άνθρωποι να υπερβούν κάθε είδους ταυτότητα που τους κρατά αλυσοδεμένους και αυτο-περιορισμένους σε έναν μικρόκοσμο, σε μια πλάνη. Μια κατάσταση δηλαδή όπου τα ανθρώπινα όντα αλλά και τα πράγματα κείτονται ως κατακερματισμένα, διαχωρισμένα από το όλον, ατομικά αντικείμενα, διάσπαρτα και τυχαία, χωρίς πραγματική ουσία και υπόσταση.
Για να προκύψει-αναδειχθεί μέσα από την υπέρβαση ο πολυπρισματικός, πολύπτυχος και πολυπολιτισμικός άνθρωπος και πολιτισμός. Με άλλα λόγια, ο Οικουμενικός άνθρωπος ως καθολική έννοια-κατηγορία.
Ο πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος δεν χρειάζεται καμιά ταυτότητα, για τη συγκρότησή του ως όλον. Είναι ο ίδιος, τόσο ως κατηγορία-έννοια (ιδέα) όσο και ως συγκριμένο ον, μια ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα. Ίσως θα μπορούσαμε να τον εννοήσουμε ως μια μονάδα (επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε πρωτόλεια την έννοια της μονάδας στον Λάιμπνιτζ, την οποία μεταφέρουμε κατ’ αναλογία και όχι με το αυστηρό-συγκεκριμένο περιεχόμενο που αυτός της αποδίδει). Μονάδα, η οποία είναι αυτόνομη-ανεξάρτητη, πλήρης-κλειστή και ενδελεχής, αλλά ταυτόχρονα πολυπρισματική στο εσωτερικό της. Περικλείει και εμπεριέχει ταυτόχρονα όλες τις ιδιότητες και τις πτυχές όλων των άλλων μονάδων και παράλληλα διατηρεί τη δική της διαδικασία εξέλιξης. Είναι κλειστή και περιχαρακωμένη από παντού και ταυτόχρονα επικοινωνεί με όλες τις άλλες μονάδες.  
Περιέχει ποιότητες οι οποίες τη διαφοροποιούν από τις άλλες μονάδες, ενώ υπόκειται σε διαρκή μεταβολή που προκαλείται από ένα εσωτερικό στοιχείο-αρχή και όχι από εξωτερικό παράγοντα. Και η εν λόγω μεταβολή συμβαίνει διότι αυτό το εσωτερικό στοιχείο «οφείλει να περικλείει μια πολλαπλότητα μέσα στην ενότητα ή στο απλό […] Στη μεταβολή κάτι μεταβάλλεται και κάτι παραμένει το ίδιο. Κατά συνέπεια μέσα στην απλή ουσία (σ.σ.: μονάδα) πρέπει να υπάρχει πλήθος διαθέσεων (affections) και σχέσεων (rapports) παρότι αυτή δεν έχει μέρη».
Ίσως, το να λογικοποιήσουμε και να εννοήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο – στην ολότητα-καθολικότητά του – τον άνθρωπο, είναι αναγκαίο βήμα για να ξεπεραστούν οι αντινομίες-αντιφάσεις της ταξικής ιστορίας που οδηγούν στην εξαθλίωση, στην εκμετάλλευση, στην ιεραρχία-εξουσία, στους εθνικισμούς και στους πολέμους, στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και σε πιο γενικευμένες (κοσμοϊστορικές) τραγωδίες-καταστροφές.

Παραπομπές:

Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς 2006. "Η Μοναδολογία". Αθήνα, Εκδόσεις Εκκρεμές 

Δημήτρης Φασόλης
7/3/2012


[1] Ενώ ο εαυτός συνιστά και αυτός μια ταυτότητα (δηλαδή ιδεολογική-φαντασιακά κατασκευή) προσωπικών εμπειριών, βιωμάτων, συναισθημάτων, αναπαραστάσεων, αντιλήψεων. Η έννοια του «εαυτού» είναι αυτή που προσδίδει συνοχή και συνέχεια σε όλα αυτά τα αποσπασματικά και κατακερματισμένα στοιχεία της συνείδησης, συγκροτώντας, έτσι, με τέτοιο τρόπο το εγώ, ώστε να δίνεται η παραπλανητική αίσθηση πως αυτό συνιστά μια ενότητα ή μια ενιαία, συνεκτική και συμπαγή περιοχή της προσωπικότητας. Κάτι όμως που σύμφωνα με μια ορισμένη φιλοσοφική θεώρηση του νου και της συνείδησης, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος στις μέρες μας, αποτελεί μια πλασματική μορφή της συνείδησης, μια πλανερή εντύπωση. Η θέση για την πλανερή εντύπωση ενός ενιαίου εγώ-ταυτότητας, ενισχύεται και από τη θεωρία των «μιμιδίων» και των «φιλοσοφικών ζόμπι», σύμφωνα με την οποία η συνείδηση, εν πολλοίς, μιμείται.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Η ελευθεριακή παιδεία και πού αποσκοπεί

Όταν μιλούμε για ελευθεριακή παιδεία, είναι λογικό να αποσαφηνίσουμε – στο μέτρο του δυνατού – τους δύο όρους, «ελευθεριακή» και «παιδεία», για να περιγράψουμε στη συνέχεια το νόημα που προκύπτει από τον συνδυασμό τους.
Το πρόβλημα με την παιδεία είναι ότι μέχρι τώρα την έχουμε γνωρίσει ιστορικά ως ένα βαθιά ταξικό και εξουσιαστικό σύστημα. Ένα μηχανισμό του κράτους για να αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία και τις οικονομικο-κοινωνικές δομές-σχέσεις. Πάντως αυτή αποτελεί ένα σύστημα, αυστηρά οργανωμένο, ιεραρχικό και γραφειοκρατικό. Όπου οι ρόλοι και οι σχέσεις δασκάλου-μαθητή είναι εξουσιαστικές-καταπιεστικές, βασίζονται στην αυθεντία του δασκάλου και στο κύρος της θέσης του, στην πειθαρχία και την επιβολή. Ο μαθητής πρέπει να είναι ένας παθητικός δέκτης, να απομνημονεύει μηχανιστικά και να μην αμφισβητεί αυτήν την αυθεντία-εξουσία.
Από την άλλη μεριά, η λέξη-όρος «ελευθεριακός» δηλώνει άρνηση κάθε εξουσίας και κυριαρχίας, ιεραρχίας, διαχωρισμών, ρόλων, αυθεντίας, δόγματος, καταπίεσης, εκμετάλλευσης, επιβολής. Η ισότητα και η ελευθερία στην πλήρη έκφραση και πραγμάτωσή τους σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Πώς λοιπόν μπορούν να συνδυαστούν οι δύο αυτές αντιφατικές έννοιες, δηλαδή πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια εκπαίδευση ελευθεριακή; Καταρχάς, το γεγονός και μόνο ότι τις εννοούμε μαζί, σημαίνει ότι θεωρούμε την παιδεία ως μια κενή έννοια που το περιεχόμενό της μπορεί να προσδιοριστεί με διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο. Πώς ξεπερνιέται λοιπόν η αντίφαση;
Αυτό μπορεί να γίνει αν προσεγγίσουμε την παιδεία ως φαινόμενο. Και κάθε φαινόμενο έχει μορφή-φόρμα (επιφάνεια) και δομή-περιεχόμενο. Υπό αυτήν την προοπτική, τι θα συμβεί αν αλλάζαμε πρώτα απ’ όλα τη μορφή της παιδείας; Λογικά θα άλλαζε σημαντικά-μετασχηματιστικά και το περιεχόμενό της. Μετασχηματιστικά, με την έννοια ότι δεν άλλαζε εντελώς, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι του περιεχομένου της θα άλλαζε αυτόματα. Κατάσταση η οποία σταδιακά θα προκαλέσει και άλλες αλλαγές. Αυτό γίνεται γιατί η σχέση περιεχομένου/μορφής είναι άρρηκτη και διαλεκτικά προσδιορισμένη, σε μια αμφίδρομη σχέση. Αλλαγή στο περιεχόμενο συνεπάγεται, αν και όχι πάντα, αλλαγή στη μορφή∙ και, αντίστροφα, αλλαγή στη μορφή συνεπάγεται συχνά αλλαγή στο περιεχόμενο.
Τελικά, η ώσμωση του ελευθεριακού με την παιδεία, προσδίδει στο σύστημα- οργάνωση μια ελευθερία και παράλληλα στο ελευθεριακό περισσότερη οργανωτικότητα και συστηματικότητα.
Επομένως, μια παιδεία που θα έχει ριζικά διαφορετική μορφή από την αστική, χωρίς εξουσιαστικούς ρόλους και ιεραρχία, χωρίς τις αξίες και τα πρότυπα της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας, όπου δάσκαλος και μαθητής θα έχουν μια ισότιμη και συνεργατική σχέση, αποκτά και ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Οι ρόλοι ρευστοποιούνται – αν και δεν καταργούνται αυτόματα – και η μαθησιακή διαδικασία γίνεται αμφίδρομη, ανοικτή και σχετική, πιο ελεύθερη-δημοκρατική, πιο ισότιμη και ειλικρινής. Έτσι, το παλιό θα συνυπάρχει για ένα διάστημα με το καινούριο, το ελευθεριακό-αντιεξουσιαστικό, σε μια κατεύθυνση και διαδικασία προς την υπέρβαση του εξουσιαστικού μοντέλου.
Ο ρόλος του «δασκάλου-επιμορφωτή», αυτού που αναλαμβάνει την ευθύνη της μάθησης, δεν στηρίζεται στους τίτλους και στα πτυχία, αλλά στη διαπιστωμένη αξία και ικανότητά του στην πράξη και από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στη μαθησιακή διαδικασία. Από την αποδεκτότητά του και την ικανότητα να μεταδίδει τη γνώση. Με άλλα λόγια, ο «δάσκαλος» δεν επιβάλλεται εξουσιαστικά και μηχανιστικά, λόγω ιδεολογικών και εγωιστικών κινήτρων, αλλά αναγνωρίζεται ως τέτοιος/α από την ίδια τη διαδικασία.  
Από την άλλη όμως, αυτό προϋποθέτει ότι, ειλικρινά και αυτοκριτικά, έχουμε επίγνωση ότι χρειάζεται η γνήσια γνώση και έχουμε την ανάγκη να μορφωθούμε πραγματικά. Διότι η γνώση δεν παρέχεται στην αστική εκπαίδευση-παιδεία ή είναι ιδεολογικοποιημένη – και άρα ψευδής –, παρωχημένη και εργαλειακή. Ενώ η όποια γνήσια γνώση, είναι για λίγους.
Πού αποσκοπεί η ελευθεριακή παιδεία;
Από την παραπάνω διευκρίνιση των εννοιών ελευθεριακός και παιδεία και του πώς μπορούν να συνδυαστούν, προκύπτει και ο σκοπός και οι στόχοι μιας ελευθεριακής παιδείας.
Επειδή η έννοια της παιδείας χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, είναι περισσότερο λειτουργικό-εποικοδομητικό, για να περιγράψουμε την ελευθεριακή παιδεία, να διευκρινίσουμε-αποσαφηνίσουμε πιο «παχιές» και συγκεκριμένες έννοιες, όπως γνώση, μάθηση, μόρφωση, διδασκαλία, μέθοδος.
Έτσι, μπορούμε τελικά να μιλάμε για ριζοσπαστική μάθηση και μόρφωση και να επιχειρήσουμε να τις περιγράψουμε. Η ελευθεριακή-ριζοσπαστική μόρφωση προάγει την αυτοσυνειδησία και αυτονομία του ατόμου και της κοινωνίας. Μαθαίνει και διαχέει την ελευθερία, την ελεύθερη σκέψη και πράξη. Επίσης πολύ σημαντικό, αλλά ίσως και το δυσκολότερο, να μπορέσει να ξεγράψει όλες τις άχρηστες και ψευδείς γνώσεις, μαζί με την κυρίαρχη ιδεολογία, που κληρονόμησαμε από την καπιταλιστική εκπαίδευση. 
Συνεπώς, κεντρικός στόχος της ελευθεριακής παιδείας είναι η αφύπνιση της ατομικής και συλλογικής συνείδησης, ώστε το άτομο και η κοινωνία για αποκτήσουν αυτονομία-ανεξαρτησία, για να μπορούν να αυτό-οργανώνονται και να αυτό-εξελίσσονται. Η τροποποίηση της συμπεριφοράς και της σκέψης του ατόμου, ώστε να αναβαθμίζεται η ελευθερία του και να αποδεσμεύεται-αυτονομείται από τους καταναγκασμούς και τις επιταγές-επιβολή της εξουσίας. Να δρα και να συλλογίζεται αυτόνομα, ορθολογικά, χωρίς υποκειμενισμούς, αποστασιοποιημένα, δηλαδή χωρίς να παρασύρεται από τον ψυχολογισμό (την προβολή συναισθημάτων και προκαταλήψεων στην πραγματικότητα).
Και τέλος, να αποκτά την ικανότητα να αλλάζει ριζικά τις καταναγκαστικές κοινωνικές σχέσεις, προς την αταξική κοινωνία. Δηλαδή να αρνείται και να υπερβαίνει την εξουσία, αλλά και να μπορεί να ζει σε μια αταξική κοινωνία ισότιμα και αρμονικά με τους συνανθρώπους του.
Δημήτρης Φασόλης
4/3/2012

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Η Αριστερά των αποζημιώσεων και η Δεξιά των «δανεικών» (ανέξοδων) αντιστάσεων

Το εθνο-δεξιό και αριστερο-πατριωτικό μέτωπο διαγράφεται τελευταία με πυκνό τρόπο στην πολιτική σκηνή. Τα επίσημα κόμματα, που μέχρι σήμερα στηρίζουν την κυβέρνηση «εθνικής συνεννόησης», σήκωσαν μπαϊράκι ενάντια στις «παράλογες» απαιτήσεις της «Τρόικας» και στις «επιθυμίες» της Γερμανίας για εγκατάσταση «επίτροπου» στη χώρα, εκφράζοντας και αποκρυσταλλώνοντας έτσι την εθνικοπατριωτική ρητορεία και ιδεολογία στην πολιτική σφαίρα. Μπροστάρηδες βέβαια σε αυτήν την πολιτική είναι τα ΜΜΕ.

Αναφορικά με τα σκληρά μέτρα λιτότητας, που «επιβάλλει» η Τρόικα (μάλιστα, χαρακτηριστικά προβάλλεται το «χαιρέκακο» ύφος των τεχνοκρατών της), είναι βολικό για τους κυβερνώντες να τα ρίχνουν στον «ξένο» παράγοντα. Λες και οι ίδιοι δεν έχουν καμία ευθύνη για την φοροαπαλλαγή του κεφαλαίου, τη διαφθορά και τα προνόμια στις διάφορες συντεχνίες ή την πλήρη διάλυση της προνοιακής-κοινωνικής πολιτικής, τις άθλιες εργασιακές σχέσεις και τις συνθήκες σκληρής εκμετάλλευσης όλων των προηγούμενων χρόνων. Ενώ είναι ελληνικό κατόρθωμα η κατακόρυφη μείωση των μισθών με παράλληλη ανατίμηση σε όλα τα προϊόντα – ιδιαίτερα αγαθά πρώτης ανάγκης. Είναι φανερό ότι, για όλους αυτούς τους δεξιο-πασοκο-λαϊκιστές παράγοντες της πολιτικής ζωής, είναι προτιμότερο να υπάρχουν ντόπιοι «επίτροποι» και επιτελείς του κεφαλαίου.

Όσο για τον «επίτροπο», η διγλωσσία και αντιφατικότητα στο λόγο και στη σκέψη περισσεύουν: Από τη μία μιλούν για ουσιαστική οικονομική και πολιτική ένωση της Ευρώπης, η οποία συνεπάγεται ότι οι προϋπολογισμοί των κρατών πρέπει να γίνονται βάσει κοινού σχεδιασμού και εποπτείας που υπερβαίνει την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Και από την άλλη αρνούνται με πατριωτικό σθένος την προοπτική να εγκατασταθεί «επίτροπος» (και μάλιστα γερμανός, τι ντροπή!) για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα της ελληνικής διοίκησης. Προσποιούνται πως δεν ξέρουν ότι η γραφειοκρατία, η ευνοιοκρατία και η διαφθορά στο κράτος, αποβαίνει σε βάρος των ταξικών συμφερόντων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Εξάλλου, είναι στα συμφωνηθέντα των συνθηκών οικονομικής «βοήθειας» μια μορφή διεθνούς εποπτείας από εκπροσώπους ευρωπαϊκών οργάνων.  

Αλλά και σημαντικό τμήμα από τη ρεφορμιστική αριστερά – και όχι μόνο – δεν μένει πίσω∙ ακολουθεί λαχανιασμένη τα αστικά κόμματα σε αυτόν τον συναγωνισμό εθνο-πατριωτισμού και λαϊκισμού, που μόνο την αστική εξουσία και τον καπιταλισμό ευνοεί. Δεν αρκείται μόνο στο να αναπαράγει τον παραπάνω ιδεολογικοποιημένο λόγο. Η τακτική της ρητορικής αντίστασης και της ανέξοδης αριστερής κριτικής αποθεώνεται στο αίτημα για «γερμανικές αποζημιώσεις», το οποίο θέτουν ως προνομιακό θέμα στην ατζέντα τους «ιστορικές» προσωπικότητες της αριστεράς, όπως ο Μανόλης Γλέζος. Υπερφίαλη ρητορική που φτάνει μέχρι λογικές ακροβασίες και παρερμηνείες της ιστορίας, όπως «αν δεν υπάρχει ναζιστικό καθεστώς σήμερα στη Γερμανία το οφείλει και στην πάλη του ελληνικού λαού».
Όσο και αν, από μια – μάλλον κοντόθωρη – οπτική περί ηθικής και διεθνούς δικαίου, ένα τέτοιο αίτημα θεωρείται δίκαιο και θεμιτό, ωστόσο δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τον ιστορικό αναχρονισμό και την ανεδαφικότητα τέτοιων «επιχειρημάτων». Γιατί μπορεί η ιστορική μνήμη και οι αγώνες της αριστεράς – και συγκεκριμένων προσωπικοτήτων που αναδείχθηκαν από αυτούς – να έχουν ένα ειδικό βάρος στη συλλογική μνήμη και συνείδηση, εντούτοις δεν μπορεί να γίνονται άκριτα και μηχανιστικά αναγωγές και συνδέσεις με την παρούσα συγκυρία. Αυτό ας το προσέξουν οι καταξιωμένες στη συνείδηση του κόσμου προσωπικότητες, αν θέλουν να βοηθήσουν πραγματικά στις σημερινές συνθήκες και όχι, άθελά τους, να μας παρασύρουν σε πισωγυρίσματα στην ιστορία και σε ξεπερασμένες και επικίνδυνες εθνικο-πατριωτικές ρητορικές.

Αυτό λοιπόν που δεν μας λένε οι – κατά άλλα σεβαστές λόγω των αγώνων τους – προσωπικότητες της αριστεράς είναι ότι ο γερμανικός λαός υπέφερε τα πάνδεινα μετά την ήττα του από του συμμάχους. Όλος ο χρυσός της χώρας μαζί με όλα τα χρηματικά αποθέματα και γενικά δημόσιος ο πλούτος είχε κλαπεί από τους δυτικούς κεφαλαιοκράτες και ο λαός λιμοκτονούσε. Όμως, σε περιπτώσεις όπου μια χώρα εξαθλιώνεται, με βάση ποια αριστερή λογική πρέπει να χρωστάει μετά σε άλλες χώρες; Από πού θα τα βρει αυτά τα χρήματα; Δεν θα πρέπει να ξεζουμίσει και να εκμεταλλευτεί για άλλη μια φορά τους εργαζόμενους;

Είναι σοβαρό λάθος και επιφανειακή προσέγγιση το να ξεχνάμε ότι τέτοιες απαιτήσεις περί αποζημιώσεων από τη Γερμανία, μετά τον Α Παγκόσμιο, έθρεψαν το μίσος και την αγανάκτηση του γερμανικού λαού και έστρωσαν το έδαφος για την άνοδο του ναζισμού. Τις ίδιες ασφυκτικές πιέσεις και ανάλογο αντίκτυπο προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα έχει και το χρέος που καλείται να πληρώσει ο ελληνικός λαός: ο συντηρητισμός και η εγκατάσταση στο συλλογικό φαντασιακό προσδοκιών για ολοκληρωτικές λύσεις και για εθνοσωτήρες, είναι ορατή προοπτική.

Αλλά ακόμη και σήμερα, για να δώσει η Γερμανία στην Ελλάδα, ας πούμε 168 δισ. (τόσα τα υπολογίζει ο Μανόλης Γλέζος ή μήπως κάνει παζάρια, δηλαδή λέω τόσα για να πάρω έστω τα μισά;), από πού θα τα βρει, αν όχι από τις τσέπες των γερμανών εργαζομένων; Ή μήπως θα πρέπει να δανειστεί και η Γερμανία για να ξεπληρώσει τα χρέη της; Θεωρείται ότι έχει καμιά σχέση η σημερινή γερμανική κοινωνία με τη ναζιστική Γερμανία που ανέχτηκε και στήριξε μαζικά εγκλήματα κατά των λαών; Μεγάλο ατόπημα, αν ισχύει κάτι τέτοιο. Προκύπτει λοιπόν μείζον ζήτημα από τη σκοπιά μιας άλλης, υπέρ της αλληλεγγύης – και άρα πιο κοντά στην αριστερά – ηθικής. Και ας αναρωτηθούμε, ποιον συμφέρει να υποδαυλίζονται παλιά πάθη και τραυματικές μνήμες μεταξύ των λαών; 

Τι άλλο εκτός από αντιφατικό θα χαρακτηρίζαμε το να ασκεί μερίδα της αριστεράς σκληρή κριτική στην όλη πολιτική του χρέους – που μεγάλο μέρος του από ιδιωτικό βαφτίστηκε «δημόσιο» – και στην εκμετάλλευση-αφαίμαξη της κοινωνίας, και ταυτόχρονα να ποντάρει στη λογική του χρέους μιας άλλης χώρας προς την Ελλάδα; Μήπως, ασυνείδητα, υπερασπίζεται τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που φαίνεται ότι αποτελεί ίδιον της ελληνικής αριστεράς, ώστε να κάνει ανέξοδη αντίσταση με τα κρατικά κονδύλια;

Περαιτέρω, αν υποθέσουμε ότι γεμίζουν τα κρατικά ταμεία με εκατοντάδες ευρώ, τι θα αλλάξει; (Γιατί είναι αφελής η προσδοκία ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις θα πάνε απευθείας σε αποκατάσταση και «ανάπτυξη χωριών και περιφερειών»). Μήπως δεν θα βολευτούμε πάλι πίσω από την προηγούμενη κατάσταση της ρεμούλας, της επίπλαστης ευδαιμονίας, του ατομισμού, των δανεικών ανέσεων και δεν θα απεμπολήσουμε την όποια αλληλεγγύη, συνείδηση και διάθεση για αγώνα έχουμε, λόγω και των πιεστικών συνθηκών που βιώνουμε; Δεν θα ξεχάσουμε έτσι την εκμετάλλευση και την καταπίεση που υφιστάμεθα, αποχαυνωμένοι και πάλι από το καπιταλιστικό «Greek dream»; Ενώ βέβαια, σε καμιά δεκαριά χρόνια, θα ξαναφτάσουμε στην ίδια αδιέξοδη κατάσταση της σήψης και της παρακμής.

Πάντως κοινωνική αλλαγή-ανατροπή του καπιταλισμού και ριζοσπαστική κριτική σκέψη δεν γίνονται από αριστερούς ή επαναστάτες με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία – δηλαδή κρατικιστική ιδεολογία. Ούτε με «αποζημιώσεις», τόκους και δανεικά. Εκτός και αν επικαλούμαστε μια ανέξοδη «επανάσταση». 

Το πρόβλημα ωστόσο γίνεται περισσότερο περίπλοκο και σοβαρό, στο βαθμό που η αριστερή εθνοπατριωτική ιδεολογία και ρητορική συγχρωτίζεται και ωσμώνεται  με την εθνικιστική ιδεολογία της άκρας και μέινστριμ δεξιάς όσο και σημαντικού μέρους της «σοσιαλδημοκρατικής» παράταξης. Σχηματίζεται λοιπόν, ολοένα και πιο ξεκάθαρα, ένα συμμαχικό μέτωπο – φαινομενικά ετερόκλιτων – δυνάμεων με καθεστωτικά χαρακτηριστικά και με δυναμική ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας. Εκμεταλλευόμενες προς όφελός τους τον λαϊκισμό και την κοινή λογική στην οποία είναι παγιδευμένες, λόγω των σκληρών αδιεξόδων που βιώνουν, οι πλατιές μάζες.

Ίδωμεν… Η συνέχεια φαίνεται συναρπαστική και με πολλές εκπλήξεις, καθότι το μέλλον βασικά είναι απρόβλεπτο και πανούργο… 

Δημήτρης Φασόλης

31/1/2012

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η εποχή της κρίσης ως μια (κατά Victor Turner) οριακή κατάσταση

Στην εποχή της (συνολικής-ριζικής) κρίσης που ζούμε και βιώνουμε, φαίνεται τα πάντα να καταρρέουν και να αλλάζουν ραγδαία και με ασύλληπτα γρήγορους ρυθμούς. Σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον, παραδοσιακά και δεδομένα πολιτισμικά-κοινωνικά πλαίσια (σχέσεις, ρόλοι, θεσμοί, αντιλήψεις, στερεότυπα) χάνονται ή, τουλάχιστον, να υποχωρούν ως μη λειτουργικά, ενώ τίποτα δεν φαίνεται να τα αντικαθιστά. Οι άνθρωποι μετέωροι στέκονται, ανήμποροι να συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει, ανίκανοι συχνά να αντιδράσουν αποτελεσματικά και εποικοδομητικά, παγωμένοι από τον φόβο για ένα αβέβαιο και ζοφερό αύριο. Βρίσκονται δηλαδή σε ένα μεταίχμιο, ανάμεσα στο παλιό που υποχωρεί και εξαφανίζεται και στο νέο που δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.
Οι διαπιστώσεις αυτές, που προέκυψαν μέσα από συζήτηση στη διάρκεια ενός μαθήματος [1], γέννησαν το ερώτημα του εάν και κατά πόσο οι παραπάνω συνθήκες προσομοιάζουν με τις έννοιες της οριακότητας και του κατωφλιού του Victor Turner*, τις οποίες ανέπτυξε στη θεωρία του για τις διαβατήριες τελετές. Οι διαβατήριες τελετές αφορούν σε διαδικασίες μετάβασης από μια κοινωνική θέση ή κατάσταση σε άλλη (π.χ. το πέρασμα στην ενηλικίωση) και διακρίνονται σε τρεις φάσεις [2].
Η δεύτερη φάση, της οριακότητας, είναι η πιο σημαντική κατά τον Turner, γιατί παίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική αλλαγή. Στη διάρκεια αυτών των τελετουργιών επικρατεί μια κατάσταση οριακότητας ή «κατωφλιού», δηλαδή τα άτομα βρίσκονται σε ένα μεταβατικό διάστημα-χώρο ανάμεσα από μια προηγούμενη φάση σε μια άλλη. Σε αυτή τη φάση το άτομο ή η ομάδα δεν ανήκουν πουθενά, βρίσκονται σε μια μετέωρη, οριακή κατάσταση. Ο παλιός εαυτός και το παλιό στάτους χάνεται, ενώ ο καινούριος δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί. Πρόκειται λοιπόν για μια «ανώμαλη» (abnormal) κατάσταση, α-χρονική και ρευστή.
Αν και στην περίπτωση που εξετάζεται εδώ οι τελετουργικές πρακτικές δεν είναι άμεσα ορατές (τυπικές και αυστηρές),  όπως στις διαβατήριες ή άλλου είδους τελετές, εν τούτοις μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες συμπεριφορές που έχουν έναν τέτοιο χαρακτήρα. Η οικονομική στενότητα και οι πιέσεις που αυτή επιβάλλει στον τρόπο ζωής μειώνουν δραστικά και μεταλλάσουν αποφασιστικά το ρεπερτόριο ή τις ευκαιρίες για δράση των υποκειμένων. Έτσι, δεν έχουμε ένα τελετουργικό, με την αυστηρή έννοια, που να αντιστοιχεί στη φάση μετάβασης-οριακότητας, εντούτοις έχουμε μια σχετική ομοιογένεια στον τρόπο δράσης και επιλογών από τη μεριά των ατόμων. Τρόποι συμπεριφοράς που συνάδουν στην οικονομική στενότητα αλλά και στην αντίστοιχη στενότητα στο ρεπερτόριο δράσης και επιλογών των υποκειμένων. Συνευρέσεις στα σπίτια, ρεφενές για φαγητό-ποτό, περιορισμός δώρων-κερασμάτων, περιορισμός της κατανάλωσης και χειρονομιών που αφορούν στην επίδειξη υλικών αντικειμένων, συζητήσεις που εκφράζουν νοσταλγία για τις «παλιές καλύτερες μέρες».
Ακόμη, παρατηρούμε και αντίστοιχους συμβολισμούς που δηλώνουν αυτήν την αμφίσημη και ρευστή κατάσταση οριακότητας. Για παράδειγμα, εκφράσεις συνανθρώπων μας, που ακούμε καθημερινά, όπως: «Πού ζούμε;», «Έχουμε χάσει τον έλεγχο», «Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει», «Πού μας καταντήσανε», συμβολίζουν αυτήν την αίσθηση ότι ζούμε σε μια ρευστή και ακατανόητη κατάσταση, που δεν μπορούμε να την εντάξουμε εύκολα σε μια γνωστή κατηγορία. Συνήθως της αποδίδουμε χαρακτηριστικά από το κοντινό ιστορικό παρελθόν: «χούντα», «κατοχή». Όπως επίσης, εκφράσεις αλληλεγγύης και στήριξης μεταξύ των ατόμων για τη «δύσκολη κατάσταση» την οποία βιώνουν. 
Στο μεταβατικό στάδιο της οριακότητας, η αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων είναι έντονη. Μια διαδικασία μέθεξης (“communitas”) [3] συντελείται-εκτυλίσσεται, μια ενοποίηση-ομογενοποίηση και εξίσωση των ατόμων συντελείται και ένα αίσθημα κοινότητας και συντροφικότητας δημιουργείται. Η φράση που ακούγεται καθημερινά, «Ό,τι γίνουν – ή κάνουν – όλοι, θα γίνουμε κι εμείς» ίσως εκφράζει ακριβώς αυτήν την αίσθηση της κοινής θέσης-«μοίρας», η οποία μας φέρνει όλους στο ίδιο επίπεδο.

Οριακότητα, communitas και κοινωνική αλλαγή

Η οριακή φάση διευκολύνει και ευθύνεται για την κοινωνική αλλαγή, διότι βρίσκεται εκτός κοινωνικού συστήματος, συνιστά, σύμφωνα με τον Τέρνερ, μια «αντιδομή». Τα άτομα δεν βρίσκονται πουθενά, αιωρούνται «μεταξύ και ανάμεσα» (“between and betwixt”), χωρίς θέση στην κοινωνική δομή. Στη δεδομένη συγκυρία βιώνουμε μια ανάλογη ανατροπή στη ζωή μας, όπου είμαστε σε μια άγνωστη-πρωτόγνωρη κατάσταση, σε ένα κατώφλι – κάπου «μεταξύ και ανάμεσα». Αυτή η δυναμική μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική αλλαγή.
Στις πλατείες του κόσμου – και εδώ, στο Σύνταγμα και αλλού – τα διάφορα νεοεμφανιζόμενα και ελπιδοφόρα κοινωνικά κινήματα επαναοικειοποιήθηκαν τον δημόσιο χώρο, μέσα σε συνθήκες έντονης αλληλεπίδρασης-μέθεξης μεταξύ των ατόμων. Αυτό το στοιχείο χαρακτηρίζει την οριακή-μεταβατική φάση στις διαβατήριες τελετές: μια συνθήκη και ένα πλαίσιο συντροφικότητας και αλληλεγγύης («communitas», κατά τον Turner). Οι άνθρωποι έχουν – και νιώθουν έτσι – ότι έχουν χάσει τη θέση τους, τη μέχρι πρότινος κατάστασή τους. Αιωρούνται σε ένα ρευστό, ακαθόριστο και ταχύτατα μεταλλασσόμενο περιβάλλον. Αξίες, ιδεοληψίες, αντιλήψεις, ρόλοι και συμπεριφορές που μέχρι λίγο πριν θεωρούνταν αυτονόητα, αμφισβητούνται, ενώ στη θέση τους αναδεικνύονται νέοι τρόποι συνεύρεσης, επικοινωνίας και συναποφασίζειν, αδιαμεσολάβητα και αμεσοδημοκρατικά.
Η επαναοικειοποίηση του δημόσιου χώρου έγινε μέσα από διαδικασίες και τελετουργίες που εκφράζουν μια μεταβατικότητα-οριακότητα, ένα κατώφλι στο κοινωνικό γίγνεσθαι που διεμβολίζει και διαπερνά την κοινωνική δομή-σύστημα, υπερβαίνοντάς τη, έστω αποσπασματικά και προσωρινά. Μια διαδικασία – ίσως αργής, αλλά σταθερής – κοινωνικής αλλαγής, με χαρακτηριστικά ανατροπής.
Η συγκέντρωση τόσων ανθρώπων στις πλατείες, η αυθόρμητη συμμόρφωση στη συλλογικότητα και στις κοινές διαδικασίες, η τελετουργικές πρακτικές του μοιράσματος, επιβεβαιώνουν επιτελεστικά την «communitas» ανάμεσα στους συμμετέχοντες και  εγκαθιδρύεται έτσι ένας νέος και γνήσιος δημόσιος χώρος. Το κάθισμα σε κυκλική διάταξη των ατόμων, η υπομονή, η ησυχία και ο σεβασμός-ανεκτικότητα στην άποψη και στην ελεύθερη έκφραση – πέρα από τις πολιτικές τοποθετήσεις – ακόμη και του προσωπικού κόσμου του συνομιλητή: συναισθημάτων, βιωμάτων, ιδεών, προβληματισμών, ανησυχιών ή και φόβων. Όλα τα αυτά, είναι παραδείγματα μιας εξισωτικής συνθήκης και μιας μεταβατικής κατάστασης-οριακότητας (liminality).
Αλλά πέρα από το κίνημα των πλατειών, η γενικότερη οικονομικοκοινωνική και πολιτισμική κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια περίοδο ρευστότητας και μετάβασης, δηλαδή οριακότητας. Η λεγόμενη κρίση είναι μια κατάσταση οριακότητας σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής, καθώς παλιοί τρόποι και πρότυπα ζωής τρίζουν συθέμελα. Παράλληλα, η φτώχεια και η ανεργία σε μαζικό επίπεδο εξομοιώνουν τους ανθρώπους, τοποθετώντας τους σε μια μετέωρη κατάσταση εκτός κοινωνικής δομής-συστήματος, καθώς απορρίπτονται-αποβάλλονται από την παραγωγή και τους θεσμούς (: υποχώρηση υπηρεσιών και θεσμών πρόνοιας). Θεσμοί οι οποίοι διατηρούν την «κοινωνική συνοχή» – δηλαδή την ένταξη των ατόμων στην ιεραρχική-εκμεταλλευτική κοινωνική δομή.
Όλες αυτές οι συνθήκες, λοιπόν, είναι ευνοϊκές για την αλλαγή προτύπων συμπεριφοράς, νοοτροπιών, αξιών και γενικότερα για την κοινωνική αλλαγή-ανατροπή. Επομένως, ένα ριζοσπαστικό-επαναστατικό κίνημα, μπορεί να συμβάλλει στην εποικοδομητική και ριζοσπαστική κατεύθυνση αυτών των κοινωνικών-πολιτισμικών διεργασιών, οξύνοντας την επαναστατική συλλογική συνείδηση, μέσα από έναν σύγχρονο, συντονισμένο με τις νέες ανάγκες, τάσεις και ιδέες που αναδεικνύονται από την κινητικότητα και τη μετάλλαξη των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων. Στον πλαίσιο αυτό, η ριζική-κριτική ανθρωπολογία, εφόσον βέβαια αναπτυχθεί περαιτέρω και αναδείξει νέα αναλυτικά-θεωρητικά εργαλεία, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο.

Δημήτρης Φασόλης

14/1/2012

1. Υπεύθυνος του μαθήματος είναι ο Νώντας Κούκας.

2. Ο όρος «διαβατήριες τελετές» (rites of passage) εισήχθη από τον Arnold Van Gennep στο ομώνυμο έργο του*. Διακρίνονται σε τρεις φάσεις: 1. χωρισμού – από την κοινωνική δομή – (preliminal), 2. της μετάβασης ή οριακότητας (liminal) και 3. ενσωμάτωσης (postliminal).

3. Η communitas πραγματώνεται και εκτός της οριακής φάσης, μέσα στο πλαίσιο της σταθερής κοινωνικής δομής, σε μικρο-δομές που συμβολίζουν τη «δύναμη των αδυνάτων». Επίσης, η οριακή κατάσταση παρουσιάζεται από τους θεματοφύλακες της κοινωνικής δομής ως «μιαρή, «επικίνδυνη και αναρχική» και περιβάλλεται με απαγορεύσεις. Ένας λόγος για αυτό είναι ότι θεωρείται αταξινόμητη ή ότι βρίσκεται ανάμεσα στις ταξινομικές κατηγορίες της κοινωνίας. Κατάσταση οριακότητας και communitas κατά τον Turner έχουμε και σε διάφορες μειονότητες και περιθωριακές ομάδες (π.χ. εθνοτικές), σε χιλιαστικά κινήματα στην ιστορία ή σε σύγχρονα κινήματα όπως αυτό των χίπις (αντικαταναλωτισμός, έμφαση στην περιθωριακότητα και στη συντροφικότητα-μέθεξη).

*Παραπομπές

Turner Victor 1969. The Ritual Process: Structure and Anti-Structure. New York: Aldine de Gruyter Ed.

Van Gennep Arnold 2004 (1960). Rites of Passage. London: Routledge Ed.
 ¬




Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Οι μέρες αυτές τελειώνουν


«Γιορτινές μέρες, θείες μέρες»… Η θαλπωρή όμως και η γλυκιά ζεστασιά – η ασφάλεια – εκλείπουν από τις ψυχές των ανθρώπων. Το μόνο που υπάρχει είναι αυτή η εντολή που επιβάλλεται από τη σύμβαση των ημερών και  που, ως αυταπάτη, ναρκώνει το νου: το «(πρέπει να) περνάμε καλά».
«Θείες και γιορτινές μέρες». Και οι κολασμένοι-ταλαιπωρημένοι συνάνθρωποί μας, οι αδύναμοι και χωρίς μοίρα στον ήλιο, συνεχίζουν να χάνονται. Πρόσφατα, αυτές τις «φωτεινές μέρες» βρέθηκαν νεκροί οι κατατρεγμένοι από τη σκληρότητα της κοινωνίας συνάνθρωποί μας: μετανάστες στον Έβρο, άστεγοι στον Βόλο. Εγκαταλελειμμένοι στο ψύχος της μη-ανθρωπιάς. 
Όμως, αυτές οι μέρες (ο χρόνος) του μη-ανθρώπου, τελειώνουν. Για να εγκαθιδρυθεί ο χρόνος και η τάξη του αληθινά ανθρώπινου: των καταφρονεμένων, κυνηγημένων, των βασανισμένων, από την αφιλόξενη καπιταλιστική κοινωνία και τη σκληρή ζωή, υπάρξεων.
Ο Άνθρωπος, στην οικουμενική αλήθεια του, θα επικρατήσει, τελικά, σε πείσμα του μη-ανθρώπου*.
* Αν εννοήσουμε τον Άνθρωπο ως μια οικουμενική-καθολική (και, άρα, συμπαντική-ουνιβέρσαλ) κατηγορία, τότε ο ταξιδιώτης, ο διωγμένος, ο αδύναμος, ο φτωχός, ο βασανισμένος είναι υπό αυτή την έννοια πιο κοντά στην αληθινή φύση του ανθρώπου. Η περιπέτεια, το ταξίδι-περιπλάνηση, η σύγκρουση, η οδύνη, είναι ίσως η ίδια η ουσία του κόσμου. Άρα, ό,τι εννοούμε ως ανθρωπινότητα.
Ενώ, ο βολεμένος καταναλωτής, ο παθητικός θεατής, ο εκμεταλλευτής-εξουσιαστής, ο αμέτοχος-αδιάφορος, ο μη αλληλέγγυος είναι η πτώχευση-διαστρέβλωση-παρακμή του ανθρώπινου-της ουσίας του ανθρώπου. 
1/1/2012
Δημήτρης Φασόλης