I. Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Το θεωρητικό πρόβλημα της ανάλυσης και ερμηνείας της δομής των «πρωτόγονων» κοινωνιών, το οποίο ήταν κυρίαρχο από την περίοδο που μεσουρανούσε στο ανθρωπολογικό στερέωμα ο Radcliffe-Brown έως και τη δεκαετία του ‘70-τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία-ήταν λογικά αναπόφευκτο να προκαλέσει το ερευνητικό ενδιαφέρον ενός κατεξοχήν δομιστικού ρεύματος κοινωνιολογικής σκέψης, του μαρξισμού. Πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί, κυρίως Γάλλοι, από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, στρέφουν την προσοχή τους στην κοινωνική ανθρωπολογία, μετά από ένα μακρόχρονο διάστημα αρνητικής στάσης απέναντι σε αυτή την, «αστική», επιστήμη. Στην εξέλιξη αυτή, συνέβαλε αποφασιστικά το γενικότερο κλίμα κοινωνικής αμφισβήτησης και κριτικής, ως απόρροια των συγκρουσιακών κοινωνικών γεγονότων και των ιδεολογικοπολιτικών ζυμώσεων που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο. Από την άποψη της κοινωνικής θεωρίας, η επίδραση των παραπάνω παραμέτρων επέφερε την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος γύρω από το μαρξισμό και ανέδειξε ως προνομιακό πεδίο έρευνας, τις «πρωτόγονες» ή «απλές» κοινωνίες, λόγω των ιδεολογικών αναφορών στις οποίες παραπέμπουν (εξισωτικές κοινωνίες, με απουσία ταξικών-εκμεταλλευτικών σχέσεων). Έτσι, μια σειρά επιστήμονες όπως οι Meillasoux, Terray, Dupre, Godelier, σκύβουν πάνω από τις κοινωνίες που μελετούν παραδοσιακά οι ανθρωπολόγοι, εφαρμόζοντας τις αρχές και τις μεθόδους της εθνογραφικής έρευνας.
Το ζητούμενο, σε σχέση με τη δομομαρξιστική σχολή, είναι η κριτική αποτίμηση της συνεισφοράς της στη μελέτη των γραμμικής καταγωγής κοινωνιών. Κατά την άποψη του Joel S. Kahn, η μαρξιστική ανάλυση των κατατμημένων κοινωνιών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, για διάφορους λόγους, εκ των οποίων δύο είναι οι πιο σημαντικοί: «Πρώτο, οι μαρξιστές θεωρητικοί βαδίζουν ως επί το πλείστον πάνω στο έδαφος της παραδοσιακής ανθρωπολογίας και έτσι, πάνω στο δεδομένο εθνογραφικό υλικό μπορεί να αξιολογηθεί η συνεισφορά τους σε σχέση με τους μη μαρξιστές θεωρητικούς. Δεύτερο, χρησιμοποιώντας το τεράστιο εμπειρικό υλικό που συγκεντρώθηκε στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οι ακαδημαϊκοί αυτοί στοχαστές έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα κεντρικό ερώτημα της μαρξιστικής ανάλυσης, το οποίο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Πώς μπορεί η δουλειά του Μαρξ και των άλλων θεωρητικών της μαρξιστικής παράδοσης να εφαρμοστεί σε μια περιοχή εμπειρικά άγνωστη για τον ίδιο τον Μαρξ; Και τα συνακόλουθα ερωτήματα: Υπάρχουν βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού που να είναι προσαρμόσιμες σε μια ανάλυση τόσο των καπιταλιστικών όσο και των προκαπιταλιστικών κοινωνιών; Ή παρέχει τα μέσα το μαρξιστικό ερμηνευτικό μοντέλο για τη δημιουργία νέων αναλυτικών εργαλείων, εννοιών, μεθόδων, που μπορούν να εφαρμοστούν ειδικά στη μελέτη αυτών των κοινωνιών; Μπορούμε, τέλος, να μιλήσουμε για εκμετάλλευση και πολιτική καταπίεση στις «πρωτόγονες», κατατμημένες κοινωνίες; Ως απάντηση-διέξοδο σε αυτά τα ερωτήματα, οι παραπάνω συγγραφείς ανέπτυξαν την έννοια ενός «νέου» τρόπου παραγωγής, για να μπορέσουν να περιγράψουν και να προσδιορίσουν μια εμπειρική πραγματικότητα που δεν αντιστοιχεί στους καταγραμμένους από το Μαρξ τρόπους παραγωγής». (J. S. Kahn, σελ. 57-8).
Η θεωρητική παραδοχή της ύπαρξης ενός «νέου» ή «πρωτόγονου» τρόπου παραγωγής, λογικά προϋποθέτει την κριτική και την αποστασιοποίηση από το μαρξιστικό δόγμα περί κυριαρχίας του οικονομικού παράγοντα στην κοινωνική δομή. Και αυτό γιατί, όπως θα φανεί παρακάτω, στις λεγόμενες «απλές» ή κατατμημένες κοινωνίες η οικονομία δεν είναι το κυρίαρχο επίπεδο της κοινωνικής ζωής, γεγονός που μας οδηγεί σε ένα νέο θεωρητικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η οικονομία είναι ο «σε τελευταία ανάλυση καθοριστικός παράγοντας του κοινωνικού σχηματισμού». Εδώ εντοπίζεται και το σημείο εκκίνησης της θεωρητικής προσπάθειας των δομομαρξιστών στοχαστών, το οποίο προσδιόρισε την πορεία της έρευνάς τους και τον τρόπο ανάλυσης των εμπειρικών δεδομένων.
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συμπυκνωμένη παρουσίαση του τρόπου εφαρμογής των παραπάνω αναλυτικών εργαλείων και θεωρητικών σχημάτων στο πεδίο της έρευνας, καθώς και η καταγραφή των κυριότερων συμπερασμάτων αυτών των μελετών. Ως βασικός άξονας χρησιμοποιείται το βιβλίο του Emmanuel Terray «Marxism and “Primitive” Sicieties» (1972), ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος του, Historical Materialism and Segmentary Linage-Based Societies, το οποίο αποτελεί εθνογραφική μελέτη της κοινωνίας των Guro, στην Ακτή Ελεφαντοστού. Θεωρείται ότι είναι ένα αξιόλογο και ολοκληρωμένο έργο, το οποίο εφαρμόζει με συνέπεια τις θεωρητικές και μεθοδολογικές αρχές του ιστορικού υλισμού πάνω σε ένα εμπειρικό υλικό πολύ γνωστό και καταγραμμένο από πολλούς «κλασσικούς» ανθρωπολόγους.