Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Χωρίς «Ταυτότητα»


Ο Οικουμενικός Άνθρωπος είναι ο πολύπτυχος, πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος.

Ίσως από την απαρχή της ιστορίας του, ο άνθρωπος προσδιοριζόταν πάντα, με άλλα λόγια περιοριζόταν ή ήταν εγκλωβισμένος, σε διάφορες, ανάλογα την εποχή και τις περιστάσεις, ταυτότητες. Η «ταυτότητα» είναι συνδεδεμένη με μια άλλη έννοια, τον «εαυτό», έτσι ώστε όταν μιλάμε για ταυτότητα εννοούμε έναν συλλογικό εαυτό[1].
Όταν λέμε «προσδιορίζεται και περιορίζεται» (ο άνθρωπος) από την έννοια της ταυτότητας, εννοούμε ότι μια αφηρημένη και αόριστη έννοια, όπως η «ταυτότητα», αποκτά μέσα από τη συγκεκριμένη ιδεολογία και το συμβολικό οικοδόμημα κάθε εποχής ένα περισσότερο ή λιγότερο ασαφές περιεχόμενο. Όμως, πρόκειται για συμβολικό και φαντασιακό περιεχόμενο με πολλά αυτονόητα και στερεότυπα, ένα περιεχόμενο με ψευδή-μη ρεαλιστικά στοιχεία. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι λειτουργεί ομογενοποιητικά, καλύπτοντας ιδιαιτερότητες και διαφορές των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται.
Έτσι δημιουργεί μια κλειστή, οριοθετημένη περιοχή (υποτιθέμενων) όμοιων πραγμάτων, δηλαδή με δήθεν κοινές ιδιότητες-χαρακτηριστικά, ενώ τα έξω από την οροθετημένη περιοχή πράγματα παρουσιάζονται ως ανομοιογενή, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη περιοχή είναι ο τόπος της «Ταυτότητας» («το κοινό-ομοειδές, το εσωτερικό-οικείο, το εγώ-εμείς»), ενώ ο δεύτερη ο τόπος της «Ετερότητας» («το ανόμοιο-διαφορετικό, το εξωτερικό-ανοίκειο, ο άλλος-άλλοι»).  
Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η ταυτότητα είναι ένας τρόπος διαχωρισμού και κατακερματισμού της πραγματικότητας. Ουσιαστικά δεν προκύπτει από ένωση, αλλά από διαχωρισμό. Όχι από θέση υπέρ κάτι κοινού αλλά από άρνηση του «άλλου», του διαφορετικού, που γι’ αυτό τίθεται αρνητικά έξω από τον κύκλο του «κοινού-οικείου» (ταυτότητα).
Τέλος, από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ταυτότητα, σε όλες τις μορφές της, δεν αφορά σε κάποια ουσία ή σταθερή και φυσική ιδιότητα των πραγμάτων στα οποία αποδίδεται. Αντίθετα, πρόκειται για μια κοινωνική-πολιτισμική κατασκευή, το νόημα και το συμβολικό περιεχόμενο της οποίας διαφέρει διαχρονικά αλλά και από κοινωνία σε κοινωνία και από τόπο σε τόπο.
Ερχόμενοι τώρα στην «εθνική ταυτότητα», βλέπουμε ότι αναπαράγει ψευδείς αναπαραστάσεις ομοιογένειας μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, παρουσιάζοντας την εν λόγω κοινωνία ως ένα αδιαφοροποίητο σύνολο. Έτσι οι άνθρωποι από διαφορετικές τάξεις παρουσιάζονται ως έχοντες σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα ή η καταγωγή. Εδώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα αντικρουόμενα συμφέροντα, η ανισότητα κύρους και δύναμης, η διαφορετική θέση στην παραγωγή (εκμεταλλευτής                          / εκμεταλλευμένος). Στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν σαφώς τα μέλη μιας κοινωνίας μεταξύ τους. Πρόκειται λοιπόν για μια κοινωνική και πολιτισμική-ιδεολογική κατασκευή, η οποία εξυπηρετεί τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της ιθύνουσας αστικής τάξης.
Αλλά και οι άλλες ταυτότητες, όπως του φύλου («ανδρισμός»/«θηλυκότητα»), ηλικιακές («μικρός»/«μεγάλος», «ενήλικας»/«ανήλικος»-«παιδί»), δηλαδή ταυτότητες που αφορούν σε διάφορες πολιτισμικές και κοινωνικές ομάδες ή κατηγορίες (π.χ. συγγενειακές, ποδοσφαιρικές, πολιτικές), συνιστούν κατασκευές. Δηλαδή δεν έχουν ένα σταθερό-διαχρονικό και αντικειμενικό (δηλαδή καθολικό) περιεχόμενο, αλλά εκφράζουν αντιλήψεις, αναπαραστάσεις, πολιτισμικά μοτίβα και πρότυπα που καθορίζονται από ιστορικούς και κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες. Οι ταυτότητες, τελικά, κατατέμνουν την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, ως ολότητα-καθολικότητα. Δημιουργούν τεχνητούς διαχωρισμούς και διαστρεβλώνουν το βαθύτερο περιεχόμενό του, ως πλατιά (καθολική) έννοια-κατηγορία με τις καθολικές ιδιότητές του.
Στο βαθμό λοιπόν που οι ταυτότητες λειτουργούν επιμεριστικά-διαχωριστικά ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, τις κοινωνίες, του πολιτισμούς και τα γενικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως κατηγορία (= πλατιά έννοια), τελικά υποβαθμίζουν και διαστρεβλώνουν τη βαθύτερη ουσία και δομή του ανθρώπου ή ό,τι εννοούμε ως ανθρώπινο (ανθρωπινότητα). Και όταν λέμε κατακερματισμό και πτώχευση του ανθρώπου εννοούμε επίσης ότι, μέσω της ταυτότητας, διαχωρίζεται και από τη φύση, το περιβάλλον και από την ευρύτερη κοσμολογική ουσία-έννοιά του. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του σαν κάτι ξέχωρο και απόμακρο από τη γήινη βιόσφαιρα και από τις διαδικασίες, τις δομές-σχέσεις και τις αρχές ή κανόνες που διέπουν τον κόσμο (σύμπαν).
Να γιατί λοιπόν το ανθρώπινο ον, μέσα στην μακραίωνη πορεία του από διάφορες εξουσιαστικές ιδεολογίες και ιεραρχικούς πολιτισμούς, έχει χάσει την καθολική-οικουμενική ιδέα και περιεχόμενό του. Έτσι, συμπεριφέρεται ανάλογα, ως κυρίαρχος, εκμεταλλευτής και κατακτητής ή υπάκουος, πειθαρχημένος, υπήκοος. Είτε εξουσιαστής είτε εξουσιαζόμενος, θεωρεί πάντως ότι είναι το κέντρο του κόσμου.
Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, ότι για το πέρασμα σε μια άλλη πραγματική κοινωνία, θα πρέπει οι άνθρωποι να υπερβούν κάθε είδους ταυτότητα που τους κρατά αλυσοδεμένους και αυτο-περιορισμένους σε έναν μικρόκοσμο, σε μια πλάνη. Μια κατάσταση δηλαδή όπου τα ανθρώπινα όντα αλλά και τα πράγματα κείτονται ως κατακερματισμένα, διαχωρισμένα από το όλον, ατομικά αντικείμενα, διάσπαρτα και τυχαία, χωρίς πραγματική ουσία και υπόσταση.
Για να προκύψει-αναδειχθεί μέσα από την υπέρβαση ο πολυπρισματικός, πολύπτυχος και πολυπολιτισμικός άνθρωπος και πολιτισμός. Με άλλα λόγια, ο Οικουμενικός άνθρωπος ως καθολική έννοια-κατηγορία.
Ο πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος δεν χρειάζεται καμιά ταυτότητα, για τη συγκρότησή του ως όλον. Είναι ο ίδιος, τόσο ως κατηγορία-έννοια (ιδέα) όσο και ως συγκριμένο ον, μια ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα. Ίσως θα μπορούσαμε να τον εννοήσουμε ως μια μονάδα (επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε πρωτόλεια την έννοια της μονάδας στον Λάιμπνιτζ, την οποία μεταφέρουμε κατ’ αναλογία και όχι με το αυστηρό-συγκεκριμένο περιεχόμενο που αυτός της αποδίδει). Μονάδα, η οποία είναι αυτόνομη-ανεξάρτητη, πλήρης-κλειστή και ενδελεχής, αλλά ταυτόχρονα πολυπρισματική στο εσωτερικό της. Περικλείει και εμπεριέχει ταυτόχρονα όλες τις ιδιότητες και τις πτυχές όλων των άλλων μονάδων και παράλληλα διατηρεί τη δική της διαδικασία εξέλιξης. Είναι κλειστή και περιχαρακωμένη από παντού και ταυτόχρονα επικοινωνεί με όλες τις άλλες μονάδες.  
Περιέχει ποιότητες οι οποίες τη διαφοροποιούν από τις άλλες μονάδες, ενώ υπόκειται σε διαρκή μεταβολή που προκαλείται από ένα εσωτερικό στοιχείο-αρχή και όχι από εξωτερικό παράγοντα. Και η εν λόγω μεταβολή συμβαίνει διότι αυτό το εσωτερικό στοιχείο «οφείλει να περικλείει μια πολλαπλότητα μέσα στην ενότητα ή στο απλό […] Στη μεταβολή κάτι μεταβάλλεται και κάτι παραμένει το ίδιο. Κατά συνέπεια μέσα στην απλή ουσία (σ.σ.: μονάδα) πρέπει να υπάρχει πλήθος διαθέσεων (affections) και σχέσεων (rapports) παρότι αυτή δεν έχει μέρη».
Ίσως, το να λογικοποιήσουμε και να εννοήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο – στην ολότητα-καθολικότητά του – τον άνθρωπο, είναι αναγκαίο βήμα για να ξεπεραστούν οι αντινομίες-αντιφάσεις της ταξικής ιστορίας που οδηγούν στην εξαθλίωση, στην εκμετάλλευση, στην ιεραρχία-εξουσία, στους εθνικισμούς και στους πολέμους, στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και σε πιο γενικευμένες (κοσμοϊστορικές) τραγωδίες-καταστροφές.

Παραπομπές:

Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς 2006. "Η Μοναδολογία". Αθήνα, Εκδόσεις Εκκρεμές 

Δημήτρης Φασόλης
7/3/2012


[1] Ενώ ο εαυτός συνιστά και αυτός μια ταυτότητα (δηλαδή ιδεολογική-φαντασιακά κατασκευή) προσωπικών εμπειριών, βιωμάτων, συναισθημάτων, αναπαραστάσεων, αντιλήψεων. Η έννοια του «εαυτού» είναι αυτή που προσδίδει συνοχή και συνέχεια σε όλα αυτά τα αποσπασματικά και κατακερματισμένα στοιχεία της συνείδησης, συγκροτώντας, έτσι, με τέτοιο τρόπο το εγώ, ώστε να δίνεται η παραπλανητική αίσθηση πως αυτό συνιστά μια ενότητα ή μια ενιαία, συνεκτική και συμπαγή περιοχή της προσωπικότητας. Κάτι όμως που σύμφωνα με μια ορισμένη φιλοσοφική θεώρηση του νου και της συνείδησης, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος στις μέρες μας, αποτελεί μια πλασματική μορφή της συνείδησης, μια πλανερή εντύπωση. Η θέση για την πλανερή εντύπωση ενός ενιαίου εγώ-ταυτότητας, ενισχύεται και από τη θεωρία των «μιμιδίων» και των «φιλοσοφικών ζόμπι», σύμφωνα με την οποία η συνείδηση, εν πολλοίς, μιμείται.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Η ελευθεριακή παιδεία και πού αποσκοπεί

Όταν μιλούμε για ελευθεριακή παιδεία, είναι λογικό να αποσαφηνίσουμε – στο μέτρο του δυνατού – τους δύο όρους, «ελευθεριακή» και «παιδεία», για να περιγράψουμε στη συνέχεια το νόημα που προκύπτει από τον συνδυασμό τους.
Το πρόβλημα με την παιδεία είναι ότι μέχρι τώρα την έχουμε γνωρίσει ιστορικά ως ένα βαθιά ταξικό και εξουσιαστικό σύστημα. Ένα μηχανισμό του κράτους για να αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία και τις οικονομικο-κοινωνικές δομές-σχέσεις. Πάντως αυτή αποτελεί ένα σύστημα, αυστηρά οργανωμένο, ιεραρχικό και γραφειοκρατικό. Όπου οι ρόλοι και οι σχέσεις δασκάλου-μαθητή είναι εξουσιαστικές-καταπιεστικές, βασίζονται στην αυθεντία του δασκάλου και στο κύρος της θέσης του, στην πειθαρχία και την επιβολή. Ο μαθητής πρέπει να είναι ένας παθητικός δέκτης, να απομνημονεύει μηχανιστικά και να μην αμφισβητεί αυτήν την αυθεντία-εξουσία.
Από την άλλη μεριά, η λέξη-όρος «ελευθεριακός» δηλώνει άρνηση κάθε εξουσίας και κυριαρχίας, ιεραρχίας, διαχωρισμών, ρόλων, αυθεντίας, δόγματος, καταπίεσης, εκμετάλλευσης, επιβολής. Η ισότητα και η ελευθερία στην πλήρη έκφραση και πραγμάτωσή τους σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Πώς λοιπόν μπορούν να συνδυαστούν οι δύο αυτές αντιφατικές έννοιες, δηλαδή πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια εκπαίδευση ελευθεριακή; Καταρχάς, το γεγονός και μόνο ότι τις εννοούμε μαζί, σημαίνει ότι θεωρούμε την παιδεία ως μια κενή έννοια που το περιεχόμενό της μπορεί να προσδιοριστεί με διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο. Πώς ξεπερνιέται λοιπόν η αντίφαση;
Αυτό μπορεί να γίνει αν προσεγγίσουμε την παιδεία ως φαινόμενο. Και κάθε φαινόμενο έχει μορφή-φόρμα (επιφάνεια) και δομή-περιεχόμενο. Υπό αυτήν την προοπτική, τι θα συμβεί αν αλλάζαμε πρώτα απ’ όλα τη μορφή της παιδείας; Λογικά θα άλλαζε σημαντικά-μετασχηματιστικά και το περιεχόμενό της. Μετασχηματιστικά, με την έννοια ότι δεν άλλαζε εντελώς, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι του περιεχομένου της θα άλλαζε αυτόματα. Κατάσταση η οποία σταδιακά θα προκαλέσει και άλλες αλλαγές. Αυτό γίνεται γιατί η σχέση περιεχομένου/μορφής είναι άρρηκτη και διαλεκτικά προσδιορισμένη, σε μια αμφίδρομη σχέση. Αλλαγή στο περιεχόμενο συνεπάγεται, αν και όχι πάντα, αλλαγή στη μορφή∙ και, αντίστροφα, αλλαγή στη μορφή συνεπάγεται συχνά αλλαγή στο περιεχόμενο.
Τελικά, η ώσμωση του ελευθεριακού με την παιδεία, προσδίδει στο σύστημα- οργάνωση μια ελευθερία και παράλληλα στο ελευθεριακό περισσότερη οργανωτικότητα και συστηματικότητα.
Επομένως, μια παιδεία που θα έχει ριζικά διαφορετική μορφή από την αστική, χωρίς εξουσιαστικούς ρόλους και ιεραρχία, χωρίς τις αξίες και τα πρότυπα της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας, όπου δάσκαλος και μαθητής θα έχουν μια ισότιμη και συνεργατική σχέση, αποκτά και ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Οι ρόλοι ρευστοποιούνται – αν και δεν καταργούνται αυτόματα – και η μαθησιακή διαδικασία γίνεται αμφίδρομη, ανοικτή και σχετική, πιο ελεύθερη-δημοκρατική, πιο ισότιμη και ειλικρινής. Έτσι, το παλιό θα συνυπάρχει για ένα διάστημα με το καινούριο, το ελευθεριακό-αντιεξουσιαστικό, σε μια κατεύθυνση και διαδικασία προς την υπέρβαση του εξουσιαστικού μοντέλου.
Ο ρόλος του «δασκάλου-επιμορφωτή», αυτού που αναλαμβάνει την ευθύνη της μάθησης, δεν στηρίζεται στους τίτλους και στα πτυχία, αλλά στη διαπιστωμένη αξία και ικανότητά του στην πράξη και από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στη μαθησιακή διαδικασία. Από την αποδεκτότητά του και την ικανότητα να μεταδίδει τη γνώση. Με άλλα λόγια, ο «δάσκαλος» δεν επιβάλλεται εξουσιαστικά και μηχανιστικά, λόγω ιδεολογικών και εγωιστικών κινήτρων, αλλά αναγνωρίζεται ως τέτοιος/α από την ίδια τη διαδικασία.  
Από την άλλη όμως, αυτό προϋποθέτει ότι, ειλικρινά και αυτοκριτικά, έχουμε επίγνωση ότι χρειάζεται η γνήσια γνώση και έχουμε την ανάγκη να μορφωθούμε πραγματικά. Διότι η γνώση δεν παρέχεται στην αστική εκπαίδευση-παιδεία ή είναι ιδεολογικοποιημένη – και άρα ψευδής –, παρωχημένη και εργαλειακή. Ενώ η όποια γνήσια γνώση, είναι για λίγους.
Πού αποσκοπεί η ελευθεριακή παιδεία;
Από την παραπάνω διευκρίνιση των εννοιών ελευθεριακός και παιδεία και του πώς μπορούν να συνδυαστούν, προκύπτει και ο σκοπός και οι στόχοι μιας ελευθεριακής παιδείας.
Επειδή η έννοια της παιδείας χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, είναι περισσότερο λειτουργικό-εποικοδομητικό, για να περιγράψουμε την ελευθεριακή παιδεία, να διευκρινίσουμε-αποσαφηνίσουμε πιο «παχιές» και συγκεκριμένες έννοιες, όπως γνώση, μάθηση, μόρφωση, διδασκαλία, μέθοδος.
Έτσι, μπορούμε τελικά να μιλάμε για ριζοσπαστική μάθηση και μόρφωση και να επιχειρήσουμε να τις περιγράψουμε. Η ελευθεριακή-ριζοσπαστική μόρφωση προάγει την αυτοσυνειδησία και αυτονομία του ατόμου και της κοινωνίας. Μαθαίνει και διαχέει την ελευθερία, την ελεύθερη σκέψη και πράξη. Επίσης πολύ σημαντικό, αλλά ίσως και το δυσκολότερο, να μπορέσει να ξεγράψει όλες τις άχρηστες και ψευδείς γνώσεις, μαζί με την κυρίαρχη ιδεολογία, που κληρονόμησαμε από την καπιταλιστική εκπαίδευση. 
Συνεπώς, κεντρικός στόχος της ελευθεριακής παιδείας είναι η αφύπνιση της ατομικής και συλλογικής συνείδησης, ώστε το άτομο και η κοινωνία για αποκτήσουν αυτονομία-ανεξαρτησία, για να μπορούν να αυτό-οργανώνονται και να αυτό-εξελίσσονται. Η τροποποίηση της συμπεριφοράς και της σκέψης του ατόμου, ώστε να αναβαθμίζεται η ελευθερία του και να αποδεσμεύεται-αυτονομείται από τους καταναγκασμούς και τις επιταγές-επιβολή της εξουσίας. Να δρα και να συλλογίζεται αυτόνομα, ορθολογικά, χωρίς υποκειμενισμούς, αποστασιοποιημένα, δηλαδή χωρίς να παρασύρεται από τον ψυχολογισμό (την προβολή συναισθημάτων και προκαταλήψεων στην πραγματικότητα).
Και τέλος, να αποκτά την ικανότητα να αλλάζει ριζικά τις καταναγκαστικές κοινωνικές σχέσεις, προς την αταξική κοινωνία. Δηλαδή να αρνείται και να υπερβαίνει την εξουσία, αλλά και να μπορεί να ζει σε μια αταξική κοινωνία ισότιμα και αρμονικά με τους συνανθρώπους του.
Δημήτρης Φασόλης
4/3/2012