Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Οι πληθυντικές όψεις της πραγματικότητας: οι συμβολισμοί του κινήματος «των πλατειών»

Η πραγματικότητα και οι εκδηλώσεις της, τα διάφορα φαινόμενα, δεν έχουν μια μονοσήμαντη «φύση», αλλά μπορούν να έχουν ταυτόχρονα πολλές επιμέρους πτυχές. Η αλήθεια λοιπόν δεν είναι μία, είναι πολυσχιδής, και δεν μένει, για να τις δει κανείς, παρά να προσεγγίσει με αδογμάτιστο τρόπο τις πολλές όψεις της πραγματικότητας.
Αυτή η γνωστική αρχή εφαρμόζεται φυσικά και στο φαινόμενο του κινήματος των «Αγανακτισμένων». Καταρχάς η ίδια η «πλατεία» ως χώρος συμβολίζει τη λαϊκή συμμετοχή και τη δημοκρατία, δηλαδή το «κράτος του δήμου». Επίσης είναι σύμβολο αγώνων και κοινωνικών κατακτήσεων.
Βέβαια, το ίδιο το φαινόμενο είναι πρωτόγνωρο, συνεπώς είναι δύσκολο να κατανοηθεί και να διατυπωθεί μια θέση για το περί τίνος πρόκειται. Σίγουρα είναι κάτι που ξεπερνάει τις σκέψεις και την εμπειρία μας και χρειάζεται νηφάλια προσέγγιση και ανάλυση για την πληρέστερη ερμηνεία και περιγραφή του, καθώς οι ορισμοί είναι πλέον ανεπαρκείς και μονολιθικοί.
Οπότε, εν πρώτοις, μπορεί να φαίνεται σε πολλούς, μάλλον δύσπιστους, ένα πανηγυράκι που ταιριάζει στην «ελληνική φυλή» και κουλτούρα, και μπορεί όντως κάποιες πλευρές του να έχουν τέτοια χαρακτηριστικά. Ωστόσο, είναι κάποιοι λόγοι και συμβολισμοί που εκφράζονται από τους «αγανακτισμένους» ανθρώπους, που γεμίζουν μαζικά τις «πλατείες», που θα πρέπει να προσέξουμε και να κρατήσουμε.
Το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία τώρα», και για «άμεση δημοκρατία τώρα», συντονίζεται με τη σημερινή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από κρίση δημοκρατίας και κρίση αντιπροσώπευσης. Επομένως, είναι μια κριτική της σύγχρονης φενακισμένης δημοκρατίας, η οποία μπορεί να πάρει υπό προϋποθέσεις ριζικό χαρακτήρα.
Επίσης η απαίτηση για ουσιαστική δημοκρατία και η διεθνιστική στάση από την οποία διαπνέεται αυτό το κίνημα, είναι ένα αντίβαρο στην συντηρητική και εθνοκεντρική στροφή μια σημαντικής μερίδας της κοινωνίας.
Η πραγματικότητα είναι απρόβλεπτη και απροσδιόριστη. Χρειάζεται λοιπόν εγρήγορση αντιληπτική και απαλλαγή όσο το δυνατόν από δόγματα και βαρίδια κάθε είδους, «μοντέρνα» ή «παλιά».
Κρατάμε προς το παρόν, το «Πραγματική Δημοκρατία, Τώρα» και το πρωτόγνωρο κατέβασμα πλήθους κόσμου στις πλατείες, ανά τον κόσμο.
Υ.Γ.: Το blog «Άμεσος Λόγος και Δράση 2» δεν εκφράζει μια ενιαία άποψη ή «γραμμή». Είναι ένα κοινός διαδικτυακός τόπος όπου πραγματώνεται η ελευθερία και η αυτονομία των συμμετεχόντων.
Αθήνα, 30/5/2011
Δημήτρης Φασόλης

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Τα σαθρά επιστημονικά θεμέλια του ρατσισμού

 Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ, Ελευθεροτυπία 21/5/2011

Η αναξιοπιστία και η ανακρίβεια του επιστημονικού λόγου πρέπει να θεωρούνται δεδομένες όταν δεν καταφέρνει -ή μάλλον, όταν δεν επιθυμεί- να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία και τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις της εποχής. 

Πριν από δύο εβδομάδες παρουσιάσαμε την τραγική ιστορία της «Αφροδίτης των Οτεντότων» (βλ. «Ε» 07-05-11), της νεαρής Αφρικανής Σάαρτζι, η οποία στις αρχές του 19ου αιώνα αναγκάστηκε να επιδεικνύει τα ογκώδη προκλητικά της οπίσθια και τη δήθεν «ζωώδη» φύση της σε κακόγουστες παραστάσεις για κοινωνικά εξαθλιωμένους Ευρωπαίους θεατές.
Αυτή η απροκάλυπτα ρατσιστική και σεξιστική αντιμετώπιση της Σάαρτζι δεν εκδηλώθηκε μόνο από αμόρφωτα και κοινωνικά αλλοτριωμένα άτομα, αλλά και από τους πιο καλλιεργημένους και διαπρεπείς επιστήμονες της εποχής· οι τελευταίοι, μολονότι εξέτασαν επισταμένως το σώμα της Σάαρτζι, με μεγάλη προθυμία θυσίασαν την αντικειμενικότητα της επιστημονικής περιγραφής στον βωμό των πολιτισμικών και ρατσιστικών προκαταλήψεών τους.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

I.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ
     Όταν μελετάμε τα συγγενειακά συστήματα και τις σχέσεις στον ελλαδικό χώρο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αυτά εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και πιο συγκεκριμένα στο ευρωπαϊκό τμήμα της. Οι περισσότερες εθνογραφικές έρευνες και θεωρητικές προσεγγίσεις συγκλίνουν στο ότι ο μεσογειακός χώρος παρουσιάζει κάποιες ιδιαίτερες αναπτύξεις των συγγενειακών δομών και σχέσεων σε σχέση με την Ανατολή ή την Αφρική. Κάποιοι ερευνητές τονίζουν περισσότερο τις διαφορές ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την αφρικανική πλευρά της Μεσογείου, δίνοντας έμφαση στο ρόλο των ομάδων καταγωγής στις ενδογαμικές σχέσεις και στην πολυγυνία. Άλλοι εμμένουν περισσότερο στον κοινό ρόλο της προίκας, στη διαπίστωση ότι υπάρχουν στοιχεία αμφιπλευρικότητας μέσα στη μονογραμμική καταγωγή και στα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν οι έννοιες της τιμής και της ντροπής σε όλη την περιοχή της Μεσογείου. Οι διαφορές αυτές στα συγγενειακά συστήματα συνδέονται με τις διαφορές στα συστήματα παραγωγής σύμφωνα με την διαπίστωση του Jack Goody. Γεγονός το οποίο οφείλεται στο ότι μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι αλλαγές στον οικιακό χώρο ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες στις δύο πλευρές της Μεσογείου. {G. Goody: 1983, 7}

Τα κύρια χαρακτηριστικά της συγγένειας που διαφοροποιούν τον Ευρωπαϊκό χώρο από αυτόν της Ανατολής θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως εξής:

Στο ανατολικό σύστημα παρατηρούμε την αυστηρά πατρογραμμική καταγωγή, τη χαλαρή σχέση του ζευγαριού εξαιτίας της πατρογραμμικής καταγωγής, της πολυγυνίας και της συχνότητας χωρισμού του ζεύγους. Οι ομάδες καταγωγής με βάση ένα κοινό πρόγονο, όπου οι συγγενείς συνδέονται με ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης, ασκούν σημαντική επιρροή σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Η ομάδα καταγωγής παρουσιάζει ενδογαμικές τάσεις με προτιμητέα πρακτική το γάμο με την κόρη του πατροπλευρικού θείου. Η θέση των γυναικών τέλος καθορίζεται μέσα από τον αυστηρό διαχωρισμό των φύλων και τον αποκλεισμό τους από τη δημόσια σφαίρα.

Στο δυτικό συγγενειακό σύστημα επικρατεί το δίγραμμο ή αμφιπλευρικό σύστημα καταγωγής** όπου εξέχουσα θέση κατέχει η μητρική οικογένεια και οι γαμήλιες ανταλλαγές (συμμαχίες). Το ζευγάρι είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνικής οργάνωσης εξαιτίας της αμφιπλευρικότητας, της μονογαμίας και της ισχνής συνοχής μεταξύ των συγγενών που εκτείνονται πέρα από ένα στενό κύκλο. Επίσης δεν συναντάμε εδώ ομάδες καταγωγής με βάση ένα κοινό πρόγονο (line age). Όσον αφορά τις γαμήλιες πρακτικές επικρατεί η εξωγαμία. Μέσα από την ανταλλαγή γυναικών κυκλοφορούν εμπορεύματα και μεταβιβάζεται και η τιμή. Η γυναίκα στο δυτικό σύστημα εμφανίζεται ικανή να παίξει ένα δημόσιο ρόλο και να έχει πολιτική εξουσία {ο.π.: 11}.

II. Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ

Η παρουσίαση των εθνογραφικών στοιχείων που συλλέξαμε στην έρευνά μας και αφορούν το χωριό Άγρα της Λέσβου θα ήταν ανεπαρκής αν γινόταν έξω από το γενικότερο πλαίσιο ανθρωπολογικού στοχασμού και συσσωρευμένης γνώσης πάνω στο πεδίο που αφορά την συγγένεια στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου, κρίναμε σκόπιμο η παρουσίαση του εθνογραφικού υλικού να γίνει μέσα από την αλληλοσχέτισή του με άλλες εθνογραφικές εργασίες για την συγγένεια σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σύντομη ανασκόπηση κάποιων – κατά τη γνώμη μας – αντιπροσωπευτικών έργων, τα οποία συμβάλλουν στην βαθύτερη και επαρκέστερη κατανόηση του αντικειμένου.

Η εθνογραφική έρευνα σχετικά με την συγγένεια στον ελλαδικό χώρο έχει αποσαφηνίσει ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά τα οποία απαντούν σε πολλές περιοχές και μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα σύστημα. Το βασικό κύτταρο είναι η πυρηνική οικογένεια η οποία συνδέεται με τις αξίες της τιμής και της ενότητας – αλληλεγγύης. Η συμβολική λειτουργία των παραπάνω εννοιών είναι καταλυτική στη συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας η οποία εκφράζει την κοινότητα, την παραδοσιακή δομή της ελληνικής επαρχίας. Η ζωή και η περιουσία κάθε νοικοκυριού θεωρούνται ως μια αδιάσπαστη ενότητα, στην οποία  δεν είναι δυνατό να συμπεριληφθούν άλλες οικογένειες, ανεξάρτητα από το βαθμό συγγένειάς τους. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η οικογένεια – το ζευγάρι συνιστά τη στοιχειώδη μορφή της – προσδιορίζεται από μια συνθήκη αυτονομίας , αυτάρκειας και προώθησης του στενού – οικιακού συμφέροντος. Η οικογενειακή ζωή οργανώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου και οι άλλες οικογένειες επιδιώκουν το ιδιωτικό συμφέρον και αποτελούν δυνάμει απειλή η μια για την άλλη. Έτσι η συνεργασία και η αλληλεγγύη μεταξύ των νοικοκυριών είναι αναγκαία για την επιβίωση και την επίτευξη της επιτυχίας και της καταξίωσης, ως απώτερων στόχων, εντούτοις δεν υπερισχύουν του στενού οικογενειακού συμφέροντος. {Margarete E. Kenna, 1976: 348}.

Η ζωή της κοινότητας συνίσταται σε ένα ιστό σχέσεων και ανταλλαγών μεταξύ πυρηνικών σχετικά αυτόνομων οικογενειών οι οποίες καθορίζουν εν πολλοίς τα όρια δράσης των ατόμων και τις σημαντικότερες πτυχές της ζωής τους. Η τιμή του άντρα αξιολογείται με βάση το αν είναι εξαρτημένος από κάποιον άλλο. Η θέση του γενικά μέσα στην κοινωνία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις δικές του πράξεις, όπως επίσης εξαρτάται και από τη συμπεριφορά και την εκτίμηση των άλλων οικογενειών της κοινότητας. Στα πλαίσια της αμφιπλευρικότητας το νέο νοικοκυριό που γεννιέται από το γάμο είναι μια ανεξάρτητη μονάδα, αλλά ταυτόχρονα εμπλέκεται στο πλέγμα σχέσεων που απορρέουν από το σόι του καθενός μέλους. Οι δεσμοί με τους συγγενείς και από τις δύο πλευρές του ζευγαριού αφορούν παράλληλα οικονομικές σχέσεις αλλά και στηρίζουν δημόσια το κύρος και την τιμή της οικογένειας. Συνιστούν ένα πεδίο κριτικής και ένα σημείο αναφοράς προς σύγκριση και αξιολόγηση των επιτυχιών και της πορείας της οικογένειας. Καθορίζουν τα κριτήρια επιλογής του (της) συζύγου. Κάθε νέα οικογένεια μπορεί να αναπτύξει στενότερες σχέσεις με τη μία ή την άλλη πλευρά των συγγενών ή και τις δύο, ανεξάρτητα από το πόσο κοντινοί ή μακρινοί είναι μεταξύ τους.

Βασικό κριτήριο στην επιλογή του ζευγαριού είναι το οικονομικό – ιδιωτικό συμφέρον. Όσον αφορά την προίκα η νύφη συνήθως προσφέρει το σπίτι που θα μείνουν οι νιόπαντροι και, αν αυτό είναι δυνατόν, προσφέρει κάποια ζώα ή γη. Σε πολλά νησιά η εγκατάσταση είναι μητροτοπική – νεοτοπική. Στην ορεινή ενδοχώρα είναι κατά κύριο λόγο πατροτοπική.

Ο βασικός στόχος κάθε νοικοκυριού είναι να γίνει ανεξάρτητο και αυτάρκες οικονομικά,. Στη βάση αυτή δομείται μια αντιφατική σχέση η οποία χαρακτηρίζει τη ζωή της οικογένειας και όλης της κοινότητας: για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος της ανεξαρτησίας – αυτάρκειας το νοικοκυριό πρέπει να ενσωματωθεί σε ένα σύστημα σχέσεων εξάρτησης που ρυθμίζονται από νόρμες υποχρεώσεων και οφειλών. {ο.π.: 349 – 50}

Η δουλειά του John Campbell για τους Σαρακατσάνους στα Ζαγοροχώρια, μας παρουσιάζει ένα επίσης τυπικό παράδειγμα μεσογειακού αμφιπλευρικού συστήματος το οποίο επικρατεί στην Ελλάδα.

Στην συγκεκριμένη μελέτη, λοιπόν, αναφέρεται ότι μια βασική συγγενειακή ομάδα είναι το σόι, το οποίο περιλαμβάνει τους αιματοσυγγενείς οι οποίοι ορίζονται μέσα από κοινωνικά κριτήρια και σκοπούς. Διαπιστώνουμε ότι μέλη του σογιού θεωρούνται οι συγγενείς έως το βαθμό του δεύτερου εξάδελφου από την πλευρά τόσο του πατέρα όσο και της μητέρας. Έτσι, για παράδειγμα, τα παιδιά των δευτεροξαδέλφων ή τα εγγόνια των πρωτοξαδέλφων και τα δισέγγονα των αδελφών ενός προσώπου δεν αναγνωρίζονται ως μέλη του σογιού. Στην πορεία της ζωής του, κάποιο πρόσωπο, μέσα από τα σημαντικά γεγονότα του γάμου του και τη γέννηση των παιδιών του και από τη στιγμή που θα παντρευτούν τα παιδιά και θα κάνουν εγγόνια, αφιερώνεται στους άμεσους συγγενείς του αποκλείοντας του πλάγιους.

Η οικογένεια στους Σαρακατσάνους δεν είναι μόνο ένα είδος οικιακού συνεταιρισμού ατόμων με αμοιβαία συναισθήματα και δεσμούς στη βάση της αιματοσυγγένειας. Ταυτόχρονα είναι και μια συνεργατική (οικονομική) ομάδα με κοινή κατοχή όλης της περιουσίας, όπου ο αρχηγός της οικογένειας είναι ο διαχειριστής και όχι ο ιδιοκτήτης. Η οικογένεια, από οικονομική άποψη, αγωνίζεται να γίνει αυτάρκης, καταμερίζοντας την εργασία στα μέλη της. Το άτομο στη δουλειά του και στη συμπεριφορά του αφιερώνεται στην οικογένειά του, της οποίας το κύρος και η εκτίμηση για την τιμή συνιστούν τα πρωταρχικά ενδιαφέροντά του. {J. Campbell, [1964] 1974: 36 – 37} Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά απαντούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως και αυτά που θα παρουσιάσουμε αμέσως παρακάτω.

Η οικογένεια αποτελεί το κέντρο του κόσμου για τα μέλη της, όπου εκεί βρίσκουν υποστήριξη, συναισθηματική ανταπόκριση και μια ηθική βάση που προσανατολίζει το άτομο στη ζωή του. Πέρα όμως από αυτά τα όρια, το περιβάλλον φορτίζεται με τις έννοιες της εχθρότητας και της δυσπιστίας. Μέσα από την προοπτική της συγγένειας η κοινότητα διαιρείται σε δύο μέρη: σε αυτούς που είναι οι «δικοί μας» και σε αυτούς που είναι «ξένοι». Οι σχέσεις εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης και αλτρουισμού αφορούν κατά κύριο λόγο τους συγγενείς. Δεσμοί και συμμαχίες αναπτύσσονται με το ευρύτερο περιβάλλον της κοινότητας για λόγους οικονομικής αυτάρκειας και επιβίωσης, κυρίως μέσω του γάμου ή της κουμπαριάς.

Η συγγένεια είναι αμφιπλευρική στους Σαρακατσάνους, με μια ιδιαίτερη έννοια, με στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα συγγενειακά συστήματα και σε άλλες κοινότητες της ελληνικής επαρχίας. Η αμφιπλευρικότητα εδώ μεταφράζεται ακριβώς σε μια συμμετρία σχέσεων του ατόμου τόσο προς την οικογένεια του πατέρα όσο και προς την οικογένεια της μητέρας. Κατά συνέπεια το άτομο έχει εμπιστοσύνη, δικαιώματα και υποχρεώσεις από και προς τους συγγενείς και από τις δύο πλευρές εξίσου. Από την άλλη είναι αλήθεια ότι το κύρος από την πατρική οικογένεια είναι μεγαλύτερο. Εντούτοις, η ποιότητα των σχέσεων καταγωγής από την πλευρά της μητέρας είναι πολύ σημαντική, καθώς μεταβιβάζει τις αποδεκτές ηθικές αξίες και πρότυπα στα παιδιά.

Αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του αμφιπλευρικού χαρακτήρα της συγγένειας είναι ότι αυτή, τόσο σημασιολογικά όσο και από την άποψη των κοινωνικών δεσμών και κανόνων, δεν αφορά την καταγωγή από κάποιους κοινούς προγόνους από την πλευρά του πατέρα ή της μητέρας. Οι συγγενείς αντιλαμβάνονται την αμφιπλευρικότητα ως σχέσεις οι οποίες αποτελούν προέκταση (εκπορεύονται) από την οικογένεια του πατέρα και της μητέρας και όχι από κάποιον κοινό πρόγονο. Κατά τον Campbell ο όρος που εκφράζει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτήν την σχέση είναι «ισότιμη αμφιπλευρική προέκταση». Ο όρος αυτός υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι πλάγιοι συγγενείς αναγνωρίζονται μέχρι και το βαθμό του δεύτερου εξαδέλφου/ης, ταυτόχρονα από την πλευρά της μητέρας και του πατέρα. {J. Campbell, ο.π.: 48}

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι διαπιστώσεις του Roger Just, εκ των οποίων κεντρική θέση κατέχει η άποψη ότι τίποτα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε για την κοινωνική ζωή εάν προηγουμένως δεν κατανοήσουμε κάποια πράγματα για τη συγγένεια, γιατί «οι αξίες της οικογένειας και της συγγένειας φαίνονταν να διαπερνούν όλες σχεδόν τις πλευρές της ζωής στο χωριό, από το πού ψωνίζει κανείς μέχρι το ποιόν ψηφίζει, από τις μορφές της οικονομικής συνεργασίας μέχρι τις περιπέτειες της μετανάστευσης στο εξωτερικό». Τα ιδανικά της συγγένειας κατά τον Roger είναι η εμπιστοσύνη, η καλή θέληση, η τίμια συναλλαγή και η κυκλοφορία των διευκολύνσεων. {Roger Just, 1998: 315}

Στην έρευνά του για το Σπαρτοχώρι, στο Μεγανήσι του Ιουνίου ο Roger διαπιστώνει ότι το βασικό κύτταρο της συγγένειας είναι η οικογένεια, η οποία είναι επίσης αμφιπλευρική. Αυτό εκφράζεται μέσα από τη ρευστότητα της ορολογίας και την εξομοίωση των όρων που αφορούν όχι μόνο τους πατρογραμμικούς και μητρογραμμικούς συγγενείς, αλλά επίσης μέσα από την χρήση κοινών όρων που εξομοιώνουν τους συγγενείς από την πλευρά του συζύγου με τους συγγενείς από την πλευρά της συζύγου και επίσης για τις συζύγους όλων αυτών των συγγενών. Όλοι αυτοί οι εξ αγχιστείας συγγενείς θεωρούνται μέλη της «οικογένειας» και αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς και οι εξ αίματος αμφιπλευρικοί συγγενείς. Για παράδειγμα αν ένα άτομο Α παντρευτεί την κόρη του αδελφού τού Β τότε ο Α γίνεται ανιψιός τού Β. Συνέπεια αυτού του τρόπου συγκρότησης και αντίληψης των συγγενειακών δεσμών είναι η δημιουργία ενός πλήθους συγγενών (θείων, ανιψιών, ξαδέλφων), έτσι ώστε στα πλαίσια ενός χωριού, μιας κοινότητας, κάθε άτομο συγγενεύει με τους μισούς κατοίκους, ή αλλιώς με το «μισό χωριό».

Όσον αφορά την έκταση της συγγένειας, η απαγόρευση της αιμομιξίας αποτελεί ένα σημαντικό όριο για τον ορισμό της «οικογένειας», εφόσον μόνο όταν «αλλάξει το αίμα» μπορεί κάποιος να παντρευτεί ένα συγγενή του. Ωστόσο η απαγόρευση της αιμομιξίας δεν συνιστά ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς για τον ορισμό της συγγένειας όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση των Σαρακατσάνων του Campbell. Αφενός γιατί οι Σπαρτοχωρίτες θεωρούν ότι ο γάμος απαγορεύεται ακόμα και μεταξύ τρίτων ξαδέλφων, αφετέρου ισχυρίζονται ότι τα τρίτα ξαδέλφια δεν είναι «οικογένεια». Με άλλα λόγια οι συγγενείς αυτού του βαθμού βρίσκονται στο όριο εκείνων οι οποίοι θεωρούνται συγγενείς στην καθημερινή ζωή ή για τους οποίους ισχύουν υποχρεώσεις της συγγένειας. {ο.π.: 328 – 329}

III. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΡΙΑΜΠΕΛΙΑΣ*

Μετά από αυτή τη σύντομη περιήγηση σε κάποιες αντιπροσωπευτικές εργασίες και συνεισφορές στην εθνογραφία του ελλαδικού χώρου πάνω στο ζήτημα της συγγένειας, θα αναφερθούμε στη συνέχεια στις γαμήλιες ανταλλαγές που επικρατούν στο χωριό Αγριαμπελιάς, ορεινό χωριό σε ένα νησί του Βορείου Αιγαίου. Θα παρουσιάσουμε τις καταγραμμένες ανταλλαγές, ως γαμήλιες στρατηγικές, σε αλληλοσχέτιση με τους τρόπους συγκρότησης της τοπικής ταυτότητας.

Η Αγριαμπελιά είναι  ένα ορεινό χωριό με 1200 κατοίκους περίπου. Τα εδάφη είναι σχετικά άγονα και ως επί το πλείστον υπάρχουν ελαιόδεντρα. Η κύρια παραγωγική δραστηριότητα εξ αιτίας των οικολογικών περιορισμών είναι η κτηνοτροφία. Εξ αιτίας των δύσκολων συνθηκών επιβίωσης και των περιορισμένων πόρων, ο ανδρικός πληθυσμός του χωριού μετανάστευσε περιοδικά στο εσωτερικό της χώρας προκειμένου να βρει δουλειά και να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Οι εργαζόμενοι άνδρες μετανάστευαν κυρίως στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις όπου η κύρια ασχολία τους ήταν οι οικοδομικές εργασίες. Το καθεστώς αυτής της ιδιότυπης μετανάστευσης συνεχιζόταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Το αξιοσημείωτο στοιχείο εδώ, όσον αφορά το σύστημα συγγένειας και τις γαμήλιες πρακτικές, είναι ότι οι ανύπαντροι άντρες όταν επέστρεφαν στο χωριό μετά από απουσία οχτώ μηνών (από το Πάσχα έως τα Χριστούγεννα  κάθε έτους) «έψαχναν για γυναίκα» από την τοπική κοινωνία. Αλλά και οι οικογένειες των παντρεμένων αντρών δεν έφευγαν από το χωριό, παρά τη μεγάλη περίοδο απουσίας των συζύγων από το σπίτι. Δεν μετανάστευαν δηλαδή στον τόπο δουλειάς και περιοδικής διαμονής των αντρών. Το στοιχείο αυτό δηλώνει την κλειστή δομή της κοινωνίας των Αγριαμπελιτών. Οι γαμήλιες ανταλλαγές συντελούνταν μέσα στα πλαίσια της κοινότητας κατά παράδοση, μέχρι περίπου τη δεκαετία του ’80. Από την περίοδο εκείνη αρχίζουν οι γαμήλιες ανταλλαγές με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Εξακολουθεί όμως να κυριαρχεί ο προηγούμενος κανόνας στην επιλογή συζύγου. Επίσης από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έπειτα αρχίζει η μόνιμη μετανάστευση των νιόπαντρων ζευγαριών ή παλιότερων οικογενειών, γεγονός που σηματοδοτεί  μια αλλαγή στην κατεύθυνση πιο χαλαρών δεσμών και εσωτερικής συνοχής της κοινότητας.
Οι αλλαγές αυτές όμως είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο, στον καθορισμό του οποίου υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες – οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, δημογραφικοί. Η ανάλυση αυτών των αλλαγών όμως δεν θα επιχειρηθεί στην παρούσα εργασία, καθώς υπερβαίνει τους στόχους και τις δυνατότητές της.

Το βασικό χαρακτηριστικό λοιπόν της συγγένειας στην Αγριαμπελιά είναι η «κλειστή» κοινοτική ενδογαμία και μόνο σε περιορισμένο βαθμό – έως το πρόσφατο παρελθόν – μπορούμε να πούμε ότι απέκτησε και κάποιες διαστάσεις «περιφερειακής» ενδογαμίας. Αυτό σημαίνει  ότι στην Αγριαμπελιά, όπως και σε άλλα ορεινά χωριά του νησιού, οι γάμοι επιτελούνταν αποκλειστικά στο εσωτερικό της κοινότητας. Χαρακτηριστικές φράσεις που αποδίδουν το συμβολικό νόημα αυτών των γαμήλιων προτιμήσεων και στρατηγικών οι οποίες προσανατολίζονται και συνδέονται άμεσα με τον τοπικό χαρακτήρα και την ταυτότητα της συλλογικής οργάνωσης και ζωής είναι οι παρακάτω: «παπούτσι από τον τόπος σου κι ας είν’ και μπαλωμένο», «το νερό, αφού το διψάει η αυλή γιατί να το ρίξεις αλλού», «δεν είναι καλό να φεύγει ο κόσμος». Εξάλλου όταν ένας άντρας έφερνε νύφη από άλλο χωριό έλεγαν ότι «αυτός έφερε ξένη», ενώ όταν κάποιοι δεν έβρισκαν νύφη στο χωριό και παντρευόταν αλλού σχολιαζόταν με τη φράση «είναι παρακατιανός, δεν βρήκε νύφη από το χωριό». 
Οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησα (ηλικιωμένοι κατά βάση) υποστήριζαν ότι – κυρίως παλιότερα – «υπήρχε φόβος να πάρουμε κάποιον απ΄ έξω (εννοώντας από κάποιο άλλο, ακόμη και γειτονικό χωριό), δεν ξέρεις τι καπνό φουμάρει». Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω ότι οι γαμήλιες πρακτικές καθορίζουν  αλλά και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή, το αίσθημα ασφάλειας και τη συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας -  η οποία ενέχει έντονες τοπικιστικές αναφορές – ενώ παράλληλα συνδέονται με την οικονομική οργάνωση της κοινότητας. Σύμφωνα με τις αναφορές των συνομιλητών μου, ένας σημαντικός λόγος που οι άνθρωποι επέλεγαν το γάμο μέσα στα όρια του χωριού ήταν να μη διασπάται η περιουσία. Μια άλλη πτυχή του γάμου αφορά συγκεκριμένη μορφή εκδήλωσης κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής: σε περιπτώσεις ορφανών ατόμων προτιμούνταν ο γάμος ακόμα και με δεύτερο ξάδελφο – ξαδέλφη. Σ ε αυτό το ζήτημα όμως θα επανέλθουμε παρακάτω.

Οι σχέσεις με τα γειτονικά χωριά ήταν κυρίως οικονομικές ή περιοδικές σε γεγονότα θρησκευτικά, για παράδειγμα σε πανηγύρια. Γίνονταν βέβαια και γάμοι κυρίως με το κοντινό, επίσης ορεινό, χωριό Μηλιά* ή με το σε μεγαλύτερη απόσταση και παραθαλάσσιο Πηγή*. Ένας σημαντικός συμβολικός παράγοντας όμως καθόριζε την ποιότητα των σχέσεων με αυτές τις δύο κοινότητες. Συμβολισμοί οι οποίοι εκφράζουν συγκεκριμένες νοοτροπίες και τρόπους ζωής. Οι Αγριαμπελίτες θεωρούν ότι έχουν πολλά κοινά στις συνήθειες και τις αξίες ζωής με τους Μηλίτες τους οποίους θεωρούν ότι, όπως και οι ίδιοι, ζουν πολύ λιτά, ασχολούνται με την κτηνοτροφία, δεν καταναλώνουν αλλά αντίθετα συσσωρεύουν και επενδύουν τα χρήματά τους κυρίως στη γη και την κατοικία. Σε αντίθεση με τους κατοίκους της Πηγής οι οποίοι στα μάτια των Αγριαμπελιτών είναι σπάταλοι, με επιχειρηματικό πνεύμα και για τους οποίους λένε απαξιωτικά ότι για μια νύχτα διασκέδασης «μπορεί να πουλήσουν και τα κεραμίδια του σπιτιού τους».

Η συγγένεια είναι αμφιπλευρική, ενώ η εγκατάσταση είναι μητροτοπική. Το ζευγάρι εγκαθίσταται στο σπίτι που δίνουν ως προίκα στη νύφη οι γονείς της, σύμφωνα με το έθιμο. Στην πραγματικότητα όμως γίνεται ένα παζάρι για την προίκα που εκτός από το σπίτι μπορεί να περιλαμβάνει ζώα, γη, χρήματα, ανάλογα με την περιουσία της οικογένειας της νύφης. Αντίστοιχα όμως και ο γαμπρός μπορεί να προσφέρει στην περιουσία του νέου νοικοκυριού ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των δύο οικογενειών. Για τους Αγριαμπελίτες το «σόι» ή η «ράτσα» αναφέρονται στην καταγωγή του ατόμου είτε από την πλευρά του πατέρα είτε της μητέρας. Το σόι της μητέρας είναι αναλόγως σημαντικό με αυτό του πατέρα, «υπολογίζεται» όπως λένε οι ντόπιοι. Επίσης εξίσου σημαντική είναι η οικογένεια της νύφης μέσα στο συγγενικό σύστημα των Αγριαμπελιτών. Η μητέρα είναι ένα σεβάσμιο πρόσωπο, σύμβολο αγάπης, τρυφερότητας, θαλπωρής, τιμής και αγνότητας.

Οι συγγενικοί δεσμοί εκτείνονται και προς τις δύο πλευρές της οικογένειας και είναι πολύ ισχυροί έως το βαθμό των δευτεροξαδέλφων. Εντούτοις αυτοί οι συγγενείς κατέχουν μια ρευστή θέση στο σύστημα. Οι συνομιλητές μου υποστήριζαν ότι γίνονται πολλοί γάμοι μεταξύ δευτεροξαδέλφων είτε από τη μεριά του πατέρα είτε της μητέρας. Η χαλαρότητα των απαγορεύσεων – κωλυμάτων  δηλώνεται από τις φράσεις: «για τα πρώτα (ξαδέλφια) ρώτα, για τα δεύτερα ελεύθερα», ή «να παντρεύονται μέσα στα σόγια». Χαρακτηριστικό σε αυτό το σημείο είναι το γεγονός ότι πριν σαράντα – πενήντα χρόνια ο «παπάς απαγόρευε το γάμο με τα δεύτερα ξαδέλφια». Άρα μιλούμε  για συνειδητές επιλογές για τη στήριξη και αναπαραγωγή της τοπικής κοινωνίας.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η συγγένεια  και οι γαμήλιες πρακτικές συνδέονται άρρηκτα με τις επιλογές και τις γενικότερες στρατηγικές που ανταποκρίνονται στα νοήματα, στις αξίες και τη νοοτροπία των κατοίκων της κοινότητας και παράλληλα συνθέτουν την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Παράλληλα η οργάνωση της κοινότητας κατά οικογένειες και σόγια, δημιουργεί μια συλλογική ταυτότητα «κλειστή» και δύσπιστη για τα άτομα εκτός αυτής. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι τα μέλη ακόμα και γειτονικών κοινοτήτων ονομάζονται «ξένοι».
Ο γάμος μέσα στα πλαίσια του χωριού τροφοδοτείται από, και τροφοδοτεί, τη συλλογική ταυτότητα μιας αυτάρκους και κλειστής ορεινής κοινότητας. Μια κοινότητα η οποία συγκροτείται στη βάση ισχυρών δεσμών αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης, απαραίτητων για την επιβίωση στο αφιλόξενο ορεινό περιβάλλον, στις συνθήκες της κτηνοτροφικής παραγωγής. Ο γάμος μέσα στα πλαίσια της κοινότητας συμβολίζει και αναπαράγει την προσήλωση στον τόπο, την ανάγκη για ασφάλεια και συνοχή για σταθερές σχέσεις μεταξύ οικείων ατόμων. Η αναζήτηση του μελλοντικού γαμπρού ή νύφης από «καλή οικογένεια» δηλώνει την παρεμβολή του παράγοντα της τιμής και του κύρους, ως σημαντικών αξιών οι οποίες καθορίζουν τη θέση του ατόμου μέσα στη κοινωνία.

Η συγγένεια ως ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων όπου μέσα από ένα σύνολο κανόνων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων οργανώνει ένα σημαντικό μέρος της ζωής των ανθρώπων, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική δομή ως όλον, ενώ μπορεί να έχει οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Παράλληλα θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένα δίκτυο ανταλλαγών αγαθών και γυναικών διαμέσου του οποίου δημιουργούνται συμμαχίες μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και συγκροτούνται νέα πλέγματα κοινωνικών σχέσεων και δεσμών. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τα αναλυτικά εργαλεία που υιοθετούμε για την ερμηνεία της συγγένειας, είναι κοινός τόπος πλέον ότι η γνώση μας για το αντικείμενο αποτελεί το κλειδί για την ουσιαστική και βαθιά κατανόηση της κοινωνίας που μελετούμε. 
* Τα ονόματα των τόπων που αναφέρονται είναι ψευδώνυμα, για λόγους δεοντολογίας.  
** Στην αμφιπλευρική οργάνωση της συγγένειας προσμετρούνται στους συγγενείς ταυτόχρονα τόσο αυτοί από την πλευρά του πατέρα όσο και αυτοί από την πλευρά της μητέρας. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-    Jack, Goody (1983): The Development of the Family and Marriage in Europe, Cambridge University Press, Cambridge
-    J. K. Campbell (1964):  Honour, Family and Patronage, Oxford University Press, New York and Oxford
-    Margaret E. Kenna (1976):    The Idiom of Family στο Mediterranean Family Structures, Cambridge University Press, London, New York, Melbourne
-    Roger Just (1992): Τα όρια της συγγένειας: Συγγένεια και κοινωνικό φύλο σε ένα νησί του Ιονίου, στο Ταυτότητες και Φύλλο στη Σύγχρονη Ελλάδα. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα

Αθήνα, 24/5/2011
Δημήτρης Φασόλης

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Ο άνθρωπος που ξέχασε τις ρίζες του, ότι δηλαδή είναι ένας αιώνιος «ξένος»

Το να είσαι «ξένος» είναι ίσως η υψηλότερη και διαχρονικότερη αξία στην ιστορία του ανθρώπου. Ένα από τα πιο καθολικά, παγκόσμια και διαχρονικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι  αυτό που τελικά τον διακρίνει από άλλα είδη (με την έννοια ότι πρόκειται για μια συνειδητή πράξη αναζήτησης και περιπέτειας, παράλληλα με την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης) και τον καθιστά άνθρωπο, μαζί βέβαια με τη λογική και τη συνείδηση.
Αφ’ ης στιγμής ο άνθρωπος στην πρωτόλεια και αρχέγονη μορφή του παρουσιάστηκε στη γη, κάπου στα παρθένα εδάφη της μητέρας Αφρικής, προσπάθησε να επιβιώσει σε συνεργασία και αλληλεγγύη με τους ομοίους του. Και από τότε δεν έπαψε να μετακινείται, να ταξιδεύει και να μεταναστεύει για να βρει καλύτερες συνθήκες ζωής και εδάφη με επάρκεια αγαθών (τώρα χρησιμοποιούμε τον τεχνοκρατικό και δήθεν ουδέτερο όρο «φυσικοί πόροι», για να δικαιολογούμε την εκμετάλλευση της φύσης).
Μέσα από περιπέτειες και πορείες χιλιάδων χρόνων, και ενώ άρχισε να εγκαθίσταται μόνιμα σε μια περιοχή σχεδόν σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, οι ομάδες και κοινότητες των ανθρώπων σε μια ιστορική στιγμή, ξεχασμένη όμως και βαθιά κρυμμένη στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας, επέλεξαν την κατεύθυνση της ιεραρχικής και εξουσιαστικής οργάνωσης. Τότε ξεχώρισε μια ομάδα μέσα στην κοινότητα που πήρε τα πράγματα και την πορεία του ανθρώπου στα χέρια της. Αργά αλλά σταθερά συγκρότησε την ιδεολογία της που έπρεπε να την υιοθετήσουν όλα τα μέλη της κοινότητας για να μπορεί να διατηρεί τα προνόμιά της.
Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της ηγεμονικής αναπαράστασης για τον κόσμο (της ιδεολογίας) ήταν να ταυτιστεί η κοινότητα με τα συμφέροντα της ιθύνουσας ομάδας. Και για να επιτευχθεί αυτό έπρεπε να δημιουργηθεί η αίσθηση του συν-ανήκειν, η ιδέα της συλλογικής ταυτότητας, του «εμείς», η οποία είναι όμως μια ψευδής αίσθηση και εικόνα της πραγματικότητας, αφού η κοινότητα έχει ήδη διαχωριστεί σε ανώτερους και κατώτερους. Το «εμείς», όμως, εξ ορισμού νοηματοδοτείται σε αντίθεση με το «οι άλλοι». Να πώς προκύπτει ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία, ένα ανεξήγητο «ατύχημα» στην ιστορία, το οποίο κουβαλάει ως βαρίδι και κατάρα το ανθρώπινο ον ως σήμερα. Από τότε οι άνθρωποι άρχισαν να ορίζουν (εξ ου και όρια, σύνορα) επικράτειες κυριαρχίας και ζωτικούς χώρους, να ανταγωνίζονται και να πολεμούν με «άλλες» κοινότητες για να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, ενώ οι ηττημένοι υποβιβάζονταν σε δούλους, σε πράγματα. Ο «άλλος» έτσι έγινε «ξένος», ανεπιθύμητος και εν δυνάμει απειλή για την κοινωνία και τη συλλογική ταυτότητα.
Καθώς αποκοβόταν ολοένα και περισσότερο από τις ρίζες του, το ανθρώπινο είδος ξέχασε την κοινή καταγωγή του, την κοινή μήτρα που τον γέννησε και θεώρησε τον «άλλο» σαν ένα διαφορετικό πλάσμα, κατώτερο είδος κάτι μεταξύ ζώου και πράγματος, το οποίο κατά συνέπεια μπορεί να μεταχειρίζεται κατά βούληση: μαζική εξόντωση, υποδούλωση, εκμετάλλευση της εργασίας του.
Ακόμα και στη σύγχρονη ιστορία, αυτή η ιδεολογία για τη διαφορετικότητα μεταξύ των ανθρώπων και τη διάκριση σε ανώτερους και κατώτερους, σε πρωτόγονους και εξελιγμένους πολιτισμούς, βάθυνε και εδραιώθηκε μέσα από την αποικιοκρατία. Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε σε αυτό το έργο της αστικής τάξης και η επιστήμη, ιδιαίτερα οι ανερχόμενες κοινωνικές επιστήμες όπως η κοινωνιολογία και αργότερα η κοινωνική ανθρωπολογία.
Και για να έρθουμε και στην τωρινή κατάσταση, γεγονότα όπως η εγκατάλειψη-καταδίκη στον υγρό θάνατο στα νερά της Μεσογείου μεταναστών-προσφύγων από την Αφρική και το πογκρόμ εναντίων μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας από ρατσιστές και ακροδεξιούς «αγανακτισμένους πολίτες», δεν θα πρέπει να εκπλήσσουν. Αντίθετα είναι πράξεις απόλυτα εναρμονισμένες με το πραγματικό πρόσωπο της «πολιτισμένης» δύσης, με τους βολεμένους, τους αποχαυνωμένους από το θέαμα και την κατανάλωση υλικών και πνευματικών σκουπιδιών (ιδεοληψίες) ανθρώπους.  
Ωστόσο ακόμα και αν πετύχουν τον στόχο τους αυτά τα ανθρωπάρια, έχουν ήδη χάσει το παιχνίδι. Διότι ακριβώς έχουν ξεχάσει ότι κυνηγώντας και εξοντώνοντας τον «άλλο», στρέφονται κατά του εαυτού τους.
Η γλωσσολογία και η φιλοσοφία της γλώσσας μας έχει διαφωτίσει για τη σχέση κοινωνίας και πολιτισμού με τη λειτουργία και τη δομή της γλώσσας. Πιο συγκεκριμένα, ό,τι είναι για τον άνθρωπο πραγματικότητα διαμεσολαβείται και νοηματοδοτείται από τη γλώσσα, από σημαίνοντα και σημαινόμενα, τα οποία συνδυάζονται σε ένα «σημείο», δηλαδή τη λέξη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα – άρα και η κοινωνική πραγματικότητα – διαμεσολαβείται και νοηματοδοτείται από σύμβολα. Το ίδιο το «εγώ», ο «εαυτός», είναι έννοιες, σημαίνοντα που νοηματοδοτούνται σε σχέση με άλλα σημαίνοντα, και τελικά αποκτούν σημασία από τον εκάστοτε (μεγάλο) «Άλλο». Το εκάστοτε υποκείμενο νοηματοδοτείται και αποκτά αυτοεπίγνωση μέσα από μια σχέση ετερότητας με όλα τα άλλα που δεν είναι, μια σχέση εν απουσία και αντίστιξης με τα άλλα σημαίνοντα υποκείμενα: έτσι, το εγώ είναι αυτό που είναι, γιατί δεν είναι όλα τα άλλα.
Τι θα γίνει όμως αν ακυρωθούν ή διαγραφούν οι «άλλοι», οι διαφορετικοί; Ποια προοπτική υπάρχει τότε;
Ένας εαυτός που δεν νοηματοδοτείται από τον άλλο, παύει να έχει οποιοδήποτε νόημα. Γίνεται ένα κλειστό, ανάπηρο και θωρακισμένο εγώ, ένα αέναα αυτοαναφορικό εγώ (ένα μη ον). Αφού δεν έχει πλέον τι να καταστρέψει, στρέφεται εναντίον και καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Ως ένα ήδη ακυρωμένο υποκείμενο, σύμφωνα με τη Λακανική ρήση, πρώτα ερχόταν τουλάχιστον σε επαφή και επικοινωνία έστω με ένα άλλο επίσης ακυρωμένο υποκείμενο. Τώρα δεν έχει ούτε αυτή την ικανότητα.
Τι είδους όμως κοινωνία και πολιτισμός παράγεται από τέτοια αλλοτριωμένα και αυτιστικά όντα;  
Σίγουρα κλειστοφοβικά, σκοταδιστικά και ρατσιστικά-αυταρχικά καθεστώτα. Όπου για να επιβιώνουν και να αναπαράγουν την εκμετάλλευση και την υποδούλωση –στο βαθμό που τα οικονομικά συμφέροντα παίζουν και εδώ καθοριστικό ρόλο, με αρωγό την ιδεολογία– θα εφευρίσκουν συνεχώς την ετερότητα που ταυτίζεται με την κατωτερότητα και τον κίνδυνο. Όπου τη θέση του απεχθούς «άλλου» μπορεί να πάρει ο οποιοσδήποτε, ομάδα ή άτομο, αφού επινοηθεί και στιγματιστεί ως διαφορετικός και επικίνδυνος για τη συλλογική ταυτότητα, την κοινωνία και το «έθνος μας». Ουσιαστικά δηλαδή πρόκειται για φύλο κύκλο αναπαραγωγής της αυτοκαταστροφής. Ένας τέτοιου τύπου πολιτισμός θα επιδιώκει να επεκτείνεται συνεχώς μέσα από πολέμους εξωτερικούς ή εσωτερικούς. Για να επιβάλλει ακριβώς το φασιστικό-ολοκληρωτικό καθεστώς-σύστημά του.
Σίγουρη μοίρα του; Η καταστροφή, με αναρίθμητα θύματα, καταστροφή των άλλων ειδών και της φύσης. Ανθρωπολογικός τύπος που θρέφεται και γιγαντώνεται  από αυτόν τον πολιτισμό; Ο εξουσιαστής και θωρακισμένος ανθρωπάκος, γίνεται τώρα ένας ανώμαλος, ψυχικά διαταραγμένος, ένα ζόμπι χωρίς συνείδηση, ορμώμενος από τα κατώτερα και διαστροφικά ένστικτά του, και εύκολα κατευθυνόμενος από τους αρχηγούς του.
Στην ανάδειξη του ξενοφοβικού, ανταγωνιστικού και ρατσιστικά σκεπτόμενου ανθρώπου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ο ρόλος της ιδεολογίας. Γιατί είναι ακριβώς η κυρίαρχη ιδεολογία που παράγει και αναπαράγει, μέσα από ηγεμονικούς λόγους (επίσημους και ανεπίσημους), αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές ρατσιστικές. Ειδικά η σύγχρονη εκδοχή του ρατσισμού-φασισμού λειτουργεί υπόγεια και ύπουλα γιατί εκμεταλλεύεται αυτά τα ανεπίσημα κανάλια, απενεχοποιώντας έτσι την επίσημη εξουσία, το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση.
Είναι φυσικό επακόλουθο ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν έχει μέλλον, έστω και αν αυτό σημαίνει την εξαφάνιση ή αποδεκατισμό του ανθρώπινου είδους. Διότι βασικό χαρακτηριστικό του είναι η επέκταση και η κυριαρχία μέσω επιβολής και ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών-κρατών και λαών. Ενώ η αντίσταση που θα αναπτυχθεί θα είναι ισχυρή, όπως έχει δείξει η ιστορία, ακόμη και πρόσφατα στο παράδειγμα των εξεγέρσεων στην Αφρική. Μια εξεγερτική δύναμη που μπορεί να σαρώσει τα πάντα.  Με κίνητρο να βιωθεί η γνήσια συνείδηση, η θέληση για ελευθερία, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά.
Ο απώτερος σκοπός, η ριζική αλλαγή και η αταξική αντι-ιεραρχική κοινωνία, ίσως να μην έρθει. Αξίζει όμως, ναι αξίζει, η περιπέτεια και η προσπάθεια για την έφοδο στους ουρανούς-να κοιτάξουμε αγέρωχα ψηλά στους ουρανούς.  
Δημήτρης Φασόλης, Αθήνα 19/5/2011

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011


Η γλώσσα ως εργαλείο χειραφέτησης της σκέψης

Οι προτάσεις κρίσεως
Η σκέψη είναι μια σύνθετη διαδικασία που, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των επιστημών που ασχολούνται με το θέμα, ακόμη δεν έχει αποσαφηνιστεί και διερευνηθεί πλήρως. Έτσι, μένουν αναπάντητα ερωτήματα και ανεξιχνίαστες πτυχές σχετικά με την πολύπλοκη αυτή διαδικασία του νου, αλλά και των λειτουργιών του βιολογικού οργάνου που είναι ο φορέας της σκέψης, του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αν και με τη «γλωσσική στροφή»[1] στις ανθρωπιστικές επιστήμες είχε εδραιωθεί για δεκαετίες ότι η σκέψη είναι ταυτόσημη ή ομόλογη με τη γλώσσα, δηλαδή ότι δεν υπάρχει σκέψη ως κάτι αφηρημένο ή ευρύτερο και έξω από τη γλώσσα, πλέον η θέση αυτή έχει ξεπεραστεί[2]. Εντούτοις, η καλλιέργεια και η σωστή χρήση της γλώσσας είναι πολύ χρήσιμη και απαραίτητη για την ανάπτυξη της σκέψης μας, ιδιαίτερα δε για την ανάπτυξη θέσεων και συλλογισμών που χαρακτηρίζονται από εγκυρότητα και λογική επάρκεια, όσον αφορά την επιχειρηματολογία τους και τη γενικότερη δομή-συγκρότησή τους.
Η βασική μονάδα στη γλώσσα-σύστημα που έχει μια πληρότητα και ένα ολοκληρωμένο νόημα, είναι η πρόταση. Υπάρχουν τέσσερα είδη[3] προτάσεων, ωστόσο την παραγωγή συλλογισμών, τη θεωρία και την επιστήμη (και φυσικά τη φιλοσοφία) τις ενδιαφέρει μια συγκεκριμένη κατηγορία προτάσεων. Ειδικότερα χρησιμοποιείται μια υποκατηγορία αυτής: από τα είδη των προτάσεων με βάση το περιεχόμενό τους, δηλαδή τις προτάσεις κρίσεως, τις επιφωνηματικές, τις ερωτηματικές και τις προτάσεις επιθυμίας, οι επιστήμονες ασχολούνται με τις πρώτες. Αυτές δεν είναι άλλες από τις προτάσεις κρίσης.
Οι προτάσεις κρίσεως λέγονται έτσι γιατί μας δίνουν μια πληροφορία ή μια γνώμη (μια κρίση)  αυτού που την εκφέρει. Συνήθως έχουν τη μορφή Υποκείμενο – Συνδετικό Ρήμα – Κατηγορούμενο (ή σύντομα: Υ – Κ) και συνδέουν μία έννοια με μια άλλη: π.χ. «Ο Καντάφι είναι δικτάτορας».
Βασικό γνώρισμα μιας πρότασης κρίσεως είναι ότι η πληροφορία ή η κρίση που δηλώνει (εξ ου και «δηλωτικές προτάσεις», όπως αλλιώς λέγονται) μπορεί να επαληθευτεί ή να διαψευστεί εμπειρικά. Έτσι, για παράδειγμα η παραπάνω πρόταση-δήλωση «Ο Καντάφι είναι δικτάτορας» είναι μια πρόταση κρίσης που μπορούμε να ελέγξουμε την αληθοτιμή της, δηλαδή το αν είναι αληθής ή ψευδής. Κάθε λοιπόν πρόταση κρίσης είναι δυνατό να πάρει τη μία από τις δύο αληθοτιμές, ανάλογα με την περίσταση: «Αλήθεια» ή «Ψέμα» ή σύντομα με τα σύμβολα Α, Ψ και λατινικά T (Truth), F (Falsity).   
Έτσι, στο παραπάνω παράδειγμά μας η πρόταση «Ο Καντάφι είναι δικτάτορας» δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αληθής και ψευδής. Υποχρεωτικά θα πρέπει να έχει τη μία ή την άλλη αληθοτιμή. Αν ονομάσουμε την πρότασή μας «Π», τότε έχουμε:   
Π = Α (Αλήθεια) ή Π = Ψ (Ψέμα)                                                                                                                
Έτσι, εφόσον αποφανθούμε για το αν η πρόταση Π: «Ο Καντάφι είναι δικτάτορας», είναι αληθής ή ψευδής, τότε αυτό από μόνο του διευκρινίζει με έγκυρο τρόπο και τη στάση μας απέναντι στην επέμβαση του ΝΑΤΟ.
Αθήνα 28/3/2011
Δημήτρης Φασόλης

Θεματική: Γλώσσα και σκέψη
* Το κείμενο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο σειράς σεμιναρίων από τον υπογράφοντα που ξεκινούν στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο «Βοτανικός Κήπος», με θέμα «Η γλώσσα ως εργαλείο χειραφέτησης της σκέψης» (Πετρούπολη- Παρασκευές, 17.30).


[1] Βασική θέση εδώ είναι ότι η γλώσσα έχει μια λογική δομή η οποία είναι ανάλογης φύσης με τη σκέψη (αν όχι ότι ταυτίζονται) και ότι σε αυτή τη λογική δομή και στις διάφορες χρήσεις της γλώσσας πρέπει να επικεντρωθεί η επιστημολογία και η φιλοσοφία (συμβασιοκρατία). Αντιπροσωπευτικό θεωρητικό σύστημα αυτής του ρεύματος σκέψης ήταν ο Νεοθετικισμός, ο οποίος εκφράστηκε κυρίως και με συνέπεια από τον Κύκλο της Βιέννης.
[2] Μάλιστα, σήμερα γίνεται λόγος για την γλώσσα ως επιστημολογικό εμπόδιο για τη γνώση και την επιστήμη, διότι είναι φορέας «βαριάς» ιδεολογίας που αλλοιώνει την πληροφορία και την πρόσληψη-αναπαράσταση της πραγματικότητας.

Το κείμενο έχει ξαναδημοσιευτεί στο μπλογκ "Άμεσος Λόγος και Δράση 2" http://www.amesoslogoskaidrasi2.blogspot.com/

Η Γλώσσα: Μια γενική έποψη
Αν μας ρωτήσει κάποιος τι είναι γλώσσα, αυτό που συνήθως μας έρχεται στο μυαλό είναι η ομιλία, ο τρόπος έκφρασης ενός ανθρώπου όταν συνομιλεί και επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους. Επίσης μπορεί να σκεφτούμε διάφορα κείμενα, δηλαδή τον γραπτό λόγο. Όμως η γλώσσα δεν συνίσταται σε αυτά τα παραπάνω στοιχεία ή, τουλάχιστον, δεν είναι μόνο αυτά. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα εξαιρετικά σύνθετο και δυναμικό φαινόμενο το οποίο είναι αδύνατο να οριστεί πλήρως, έστω και στο απώτερο μέλλον.
Στην ουσία η γλώσσα είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τις ιδιαίτερες εκδηλώσεις της, ένα πολύ ευρύ φαινόμενο∙ είναι μια πολύ πλατιά και γενική έννοια. Όταν μάλιστα θέλουμε να την προσεγγίσουμε επιστημονικά, είναι απαραίτητο-αναγκαίο να δούμε και συλλάβουμε-κατανοήσουμε τη γενικότητά της, ως ολότητα, να σκιαγραφήσουμε το (γενικό) περίγραμμά της. Εξάλλου η επιστήμη είναι η γνώση του γενικού, η μελέτη από αποστασιοποιημένη όσο το δυνατόν οπτική γωνία (επίσταμαι) και η ανακάλυψη των γενικών, των καθολικών και των πιο σημαντικών στοιχείων του φαινομένου που μελετάμε. Η γενική αυτή εικόνα προκύπτει όταν από ένα σύνολο ομοειδών αντικειμένων ή φαινομένων αφαιρούμε τα επιμέρους και επουσιώδη στοιχεία, ενώ κρατάμε τα ουσιώδη, τα κοινά και καθολικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνιστούν το φαινόμενο στην ολότητά του. 

Το να επιδιώκουμε να προσεγγίζουμε με αυτόν τον τρόπο την πραγματικότητα, δηλαδή αφαιρετικά και γενικευτικά, μας βοηθά στο να κατανοούμε την ουσία των γεγονότων και των κοινωνικών φαινομένων. Η οποία έγκειται και στην αλληλοσχέτισή τους.
 Τι εννοούμε όμως όταν λέμε ότι μια έννοια (όπως η γλώσσα) είναι πλατιά; Στο σημείο αυτό εμπλέκεται η τυπική λογική που μας λέει ότι το πλάτος μιας έννοιας είναι το πλήθος των εννοιών που εμπεριέχονται στο πλάτος της έννοιας αυτής. Για παράδειγμα, η γενική έννοια «Ήπειρος» περιλαμβάνει στο πλάτος της τις πέντε ειδικότερες έννοιες των ηπείρων: «Ασία», «Αφρική», «Ευρώπη», «Αμερική, Ωκεανία».  Για να σχηματίσουμε στο μυαλό μας την εικόνα του πλάτους μπορούμε να σκεφτούμε ένα σχήμα με κύκλους που συμβολίζουν τις έννοιες. Ο εξωτερικός και μεγαλύτερος κύκλος είναι η γενική έννοια της «ηπείρου». Ενώ οι μικρότεροι κύκλοι συμβολίζουν τις ειδικότερες έννοιες των συγκεκριμένων ηπείρων 
(βλ εικόνα). 


 

Επισημαίνεται επίσης ότι όσο πιο πλατιά (και άρα γενική) είναι μια έννοια, τόσο λιγότερα χαρακτηριστικά έχει. Ενώ, όσο περισσότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έχει μια έννοια, τόσο περισσότερο στενεύει, εξειδικεύεται και άρα αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Έτσι, αν από τις έννοιες που εκφράζουν τις πέντε ηπείρους αφαιρέσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τις διακρίνουν μεταξύ τους και αφήσουμε εκείνα που είναι κοινά και στις πέντε, τότε φτάνουμε στην πιο πλατιά και γενική έννοια «ήπειρος», η οποία έχει μικρότερο βάθος από τις άλλες. Αντίστροφα, αν στην γενική έννοια «ήπειρος» προσθέσουμε (ενώ προηγούμενα είχαμε αφαιρέσει) χαρακτηριστικά, τότε στενεύει το πλάτος της, ενώ αυξάνεται το βάθος της. Έτσι, έχουμε τώρα μια πιο ειδική, συγκεκριμένη έννοια, μια από τις γνωστές ηπείρους, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που προσθέσαμε και που αντιστοιχούν σε αυτή.   
Για να προσεγγίσουμε τη γλώσσα λοιπόν ως μια γενική και πλατιά έννοια, πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι τα πιο γενικά και καθολικά χαρακτηριστικά της. Προχωρώντας από αυτήν την προοπτική (γενική έποψη), αναγκαστικά προκύπτει ότι η γλώσσα συνδέεται στενά με την επικοινωνία – θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γλώσσα είναι επικοινωνία. Περεταίρω, απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει επικοινωνία είναι η ύπαρξη πληροφορίας. Και τα τρία αυτά στοιχεία όμως για να πραγματωθούν χρειάζεται ένα περιβάλλον.  
 (Βλ. εικόνα 2) 

Στο παραπάνω σχήμα οι τρεις έννοιες παριστάνονται με τελείες οι οποίες συμβολίζουν τους «εννοιολογικούς κόμβους». Λέμε ότι οι έννοιες είναι ουσιαστικά εννοιολογικοί κόμβοι, διότι δεν είναι ανεξάρτητες αλλά αποκτούν τη σημασία τους πάντα σε αλληλοσυσχέτιση με άλλες έννοιες. Έτσι, εδώ εννοιολογικοί κόμβοι είναι οι έννοιες «Γλώσσα», «Επικοινωνία» και «Πληροφορία».
Οι γραμμές του τριγώνου συμβολίζουν το «εννοιολογικό δίκτυο», την αμφίδρομη αυτή σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ των εννοιών-κόμβων.
Τέλος ο εσωτερικός χώρος του τριγώνου αναπαριστά το περιβάλλον, το οποίο ουσιαστικά είναι χώρος, στη γενικότητά του. Μέσα στο περιβάλλον λειτουργούν και τα κανάλια (τρόποι) επικοινωνίας, τα οποία είναι επίσης χώρος

Τέλος, η επικοινωνία συντελείται μέσα από συγκεκριμένους τρόπους, τα κανάλια επικοινωνίας. Τα κανάλια επικοινωνίας είναι φυσικοί τρόποι επικοινωνίας με το περιβάλλον. Διακρίνουμε τα εξής:
  1. Φωνητικό-ακουστικό σύστημα: αποτελεί τη βάση για τον προφορικό λόγο (ομιλία και κατανόηση).
  2. Οπτικό σύστημα: μαζί με το ακουστικό-φωνητικό σύστημα συνιστούν τη βάση για τον γραπτό λόγο:   
  1. Απτικό σύστημα (αφή): χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά κ.λπ.
  2. Οσφραντικός τρόπος επικοινωνίας.
  3. Γευστικός τρόπος επικοινωνίας: από τους δύο τελευταίους αντλούμε σημαντικές επιπλέον πληροφορίες από το περιβάλλον.
Από τους πέντε τρόπους-κανάλια επικοινωνίας οι τρεις πρώτοι θεωρούνται οι βασικοί για την ανθρώπινη επικοινωνία. Ενώ το ακουστικό-φωνητικό και το οπτικό κανάλι αφορούν στον προφορικό και γραπτό λόγο. Ο οποίος συντελείται μέσα από το επικοινωνιακό κανάλι.
Επικοινωνιακό κανάλι: 
ΠΗΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ --- ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ - (ΠΑΡΑΓΩΓΗ) ---- ΜΕΤΑΔΟΣΗ ---- ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ - (ΠΡΟΣΛΗΨΗ) ---- ΤΕΛΙΚΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ
Τρόποι (κανάλια) επικοινωνίας (επεξήγηση):  
Είναι φυσικοί τρόποι επικοινωνίας με το περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να το δούμε γενικά (αφαιρετικά), ως χώρο. Άρα και τα κανάλια επικοινωνίας είναι χώρος.

Αθήνα 13/4/2011


Δημήτρης Φασόλης

Θεματική: Γλώσσα και σκέψη

Το παρόν κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο της σειράς σεμιναρίων από τον Δημήτρη Φασόλη στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο «Βοτανικός Κήπος» (Πετρούπολη, Κυριακές 19.30), με θέμα «Η γλώσσα ως εργαλείο χειραφέτησης της σκέψης».

Κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα και τελετουργίες στην εκπαίδευση

1. Πειθαρχία, ιεραρχικές σχέσεις και οργάνωση της σχολικής τάξης  
Ο σχολικός θεσμός και η εκπαιδευτική διαδικασία –  όπως έχουμε ξαναγράψει – αναπαράγουν ή/και κατασκευάζουν και προωθούν συγκεκριμένα-κυρίαρχα πολιτισμικά πρότυπα: συνήθεις, ιδέες, νοοτροπίες, αξίες και συμπεριφορές.
Εξίσου όμως σημαντικό, μαθαίνουν τον άνθρωπο από μικρή ηλικία να ανέχεται και να αποδέχεται ως κάτι φυσικό τη μιζέρια, τον κομφορμισμό, τη στείρα επανάληψη. Να ζει με τη βαρεμάρα, την παθητικότητα, τη μηχανιστική σκέψη, τη μίμηση και την παπαγαλία, να γεμίζει το κεφάλι του με άχρηστες και παρωχημένες γνώσεις.
Συνηθίζει σε μια χωρίς νόημα πειθαρχία, σε ένα πρόγραμμα και τρόπο ζωής που του επιβάλλεται πέρα και πάνω από τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις-ταλέντα του. Είναι τρομερό, για να εκφράσω την προσωπική μου εμπειρία, να βλέπεις κάθε μέρα παιδιά να χασμουριούνται από τη βαρεμάρα, να θέλουν να πηδήξουν τα κάγκελα, να κάνουν τα πάντα για να χάσουν το «μάθημα».
Εθίζεται έτσι το νεαρό άτομο σε μια εξουσιαστική συνθήκη, στα όρια του πειθαναγκασμού ή και του καταναγκασμού. Και φυσικά ούτε λόγος για αυτοπειθαρχία και συμμετοχή των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία και στον τρόπο οργάνωσης της σχολικής ζωής και προγράμματος. Ούτε φυσικά για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από τους ίδιους τους μαθητές και τις μαθήτριές τους.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

«Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του» *

(Με αφορμή το παρόν κείμενο ξεκινά μια νέα προσωπική πορεία του υποφαινόμενου στο διαδίκτυο, σε συνάρτηση με το μορφωτικό εγχείρημα «Άμεσος Λόγος και Δράση2» – αλλά ταυτόχρονα και ανεξάρτητη. Το παρόν μπλογκ θα πραγματεύεται επιστημονικά θέματα, με αιχμή την κοινωνική ανθρωπολογία, αλλά και κοινωνικά ζητήματα στο βαθμό που γνώση και κοινωνία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.)
«Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του» *
Ο ανθρωπολογικός τύπος που έκανε την εμφάνισή του και έχει εδραιωθεί στο διάβα της ιστορίας – τουλάχιστον στον γεωγραφικό-πολιτισμικό-ιστορικό χώρο που ονομάζουμε Δύση – είναι ο εγωιστής και ανταγωνιστικός, ο «θωρακισμένος ανθρωπάκος» του ταξικού πολιτισμού. Είναι ο άνθρωπος που τυφλωμένος από την αδηφάγα «οικονομική» ανάπτυξη, τα «επιτεύγματα» της τεχνολογίας και της επιστήμης πίστεψε ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Θεώρησε ότι η φύση υπάρχει για να τον εξυπηρετεί, την αντιμετώπιζε ως αξία χρήσης, ως φυσικούς πόρους και ύλη προς εκμετάλλευση, ενώ άρχισε να τη βλέπει εχθρικά όταν στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά του. Για αυτόν, η καταστροφή και η σπατάλη της φύσης είναι οικονομία, η χυδαία κατανάλωση είναι ευημερία και ελευθερία.
Βέβαια σε αυτήν την ιδεολογική οπτική και στάση συνέβαλε καθοριστικά ο στενόμυαλος ορθολογισμός και ο αφελής ρεαλισμός που προωθούσε η κυρίαρχη κάθε φορά κοινωνική τάξη, μέσα από την ελεγχόμενη επιστήμη και την ιδεολογία της. Και αυτό με σκοπό να αναπαράγεται η εκμεταλλευτική οικονομία και η εξουσία της. Η ανάδειξη του υποκειμενισμού και του ιδιωτικού συμφέροντος απέκοψε το άτομο (υποκείμενο) από το αντικείμενο το οποίο παρατηρούσε (τη φύση, την πραγματικότητα).  Ο ανθρωπομορφισμός που απέδωσε σε όλα τα πράγματα ο εξουσιαστής άνθρωπος επέτεινε την παραπλανητική εικόνα του για την πραγματικότητα.
Έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει γίνει ο ίσκιος του, ανίκανος να δει τον κόσμο ως μια ολότητα, ως ένα μεγα-σύστημα από μικρότερα συστήματα, τα οποία όμως επικοινωνούν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Όπως επίσης δεν μπορεί να δει και τον εαυτό του ως οργανικό μέρος της φύσης. Μόνιμα εγκλωβισμένος στον ίσκιο του, προσλαμβάνει μια διαστρεβλωμένη εικόνα του υπάρχειν, καθώς είναι περιχαρακωμένος στην ιδιωτική του συνείδηση. Για αυτόν δεν υπάρχουν ούτε οι άλλοι άνθρωποι, οι εξαθλιωμένοι και περιθωριοποιημένοι στον δυτικό κόσμο και πολύ περισσότερο στον μη δυτικό∙ είναι «άλλοι» κόσμοι, έξω από την ακρωτηριασμένη αντίληψή του.
Συνέπεια όλων αυτών, ο άνθρωπος της κυριαρχίας δεν μπορεί να έχει δική του κρίση, αυτόνομη βούληση, αυτοπειθαρχία, προσήλωση σε σημαντικούς σκοπούς. Περιμένει από κάποιους άλλους να του επιβάλλουν το τι θα σκεφτεί και τι θα κάνει. Ένας τύπος ανθρώπου, καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της εξουσίας.
Κάπου όμως μέσα από το λυκόφως της ανημπόριας ξεπροβάλλει σε φωτεινές στιγμές της ιστορίας του και ο ανυπόταχτος άνθρωπος, ελεύθερος να κοιτά πάντα προς τον ουρανό...
Για να δει με νέο βλέμμα τον εαυτό του και τον κόσμο, ώστε να απελευθερωθεί ο ίδιος και η φύση με όλα τα πλάσματά της, θα πρέπει να απαλλαγεί από τη χονδρή και αδιαπέραστη σκιά του, δηλαδή την ιδεολογία του. Είναι αυτή που τον κρατά φυλακισμένο στα δεσμά της ταξικής κοινωνίας. Μέσα από την υπέρβαση του εαυτού του και το άλμα στην ιστορία προς την αταξική κοινωνία θα αναδειχθεί ο πραγματικός άνθρωπος, αυτός που βλέπει γνήσια γιατί έχει οικειωθεί την κοινωνική συνείδηση.
Προϋπόθεση για να γίνει αυτό, είναι η εμφάνιση – έστω πρωτόλεια – αυτού του νέου τύπου ανθρώπου και της κοινωνικής συνείδησης, στον ήδη υπάρχοντα χωροχρονικό κόμβο. Έναν κόμβο μεταβατικών διεργασιών και επαναστατικών αλλαγών. 
Αθήνα, 8/5/2011
Δημήτρης Φασόλης
  • Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το ομώνυμο βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου (1995),  Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις.  
  • Ο Δημήτρης Φασόλης είναι δάσκαλος και υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.