Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Ζούμε (και δεν ζούμε) σε έναν κόσμο που καταρρέει (και αιμορραγεί)


Πάνω στο χείλος της αβύσσου, που δημιουργεί η κίνηση της αλλαγής και της μετάβασης, όπως γίνεται σε ανάλογες ιστορικές στιγμές ριζικών αλλαγών και ρηγμάτων με το παλιό, το παραδοσιακό… Στο χείλος και στο χάσμα (ή το χάος) απ’ όπου το νέο ξεχύνεται σαν λάβα που σαρώνει τα πάντα στο διάβα της…
Ο παλιός κόσμος καταρρέει, χωρίς να είμαστε σίγουροι τι θα γεννήσει, και ταυτόχρονα αιμορραγεί. Πνίγει στο αίμα τα παιδιά του, γιατί αυτό είναι το μόνο που μπορεί να κάνει πλέον.
Αυτή είναι η εξουσία…
Στη Συρία και στη Λιβύη, η ανθρωπότητα αιμορραγεί
Στην Ασία και τη Βόρειο Αφρική, οι προλετάριοι, οι κολασμένοι, οι βουβοί και άφαντοι από την στενή οπτική των δυτικών υπηκόων άνθρωποι, βγαίνουν ηρωικά στο προσκήνιο της ιστορίας. Και τώρα τους βλέπει και τους ακούει όλος ο πλανήτης. Με μια μεγαλοπρέπεια και αξιοπρέπεια που έχει χαθεί προ πολλού στις αναπτυγμένες (καπιταλιστικές) κοινωνίες. Άνθρωποι θυσιάζονται (εκτελούνται από το δικτατορικό καθεστώς) καθημερινά, δεκάδες και εκατοντάδες, για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία. Στη Λιβύη και στη Συρία, και πιο πριν σε άλλες, μακρινές για τα βλέμματα των δυτικών, περιοχές του πλανήτη.
Τέτοια μεγαλοπρεπή εγχειρήματα-διαβήματα, όπως το να μην υπολογίζεις τον θάνατο για το συλλογικό καλό, για να ζήσουν οι συνάνθρωποί σου και τα παιδιά του μέλλοντος στην ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισότητα, να ελέγχουν τη ζωή τους, να έχουν λόγο και να αποφασίζουν γι’ αυτή, αυτό είναι η ουσία της ανθρωπιάς. Το να βάζεις την Ελευθερία και την Αλληλεγγύη πάνω από το εγώ, την υποκειμενική και φθαρτή ζωή, τι άλλο από μεγαλοπρεπές είναι; Τι άλλο πέρα από την εξύψωση του ανθρώπου στη σφαίρα του ιδανικού-ιδεατού;
Η εμμονή και το πείσμα του αγώνα ενάντια στην εξουσία, με την απώλεια τόσων ανθρώπων, γίνεται άραγε μόνο για μια μερική, ιδιωτική ζωή ή για την εφαρμογή γνωστών «δημοκρατικών» θεσμών, νόμων και λειτουργιών; Ή, αντίθετα, έχει να κάνει με το καθολικό και υπαρξιακό ζήτημα του βιώματος του αληθινά πραγματικού, του ουσιαστικού, στην ιστορία και τη ζωή του ανθρώπου; Αγωνίζονται και πεθαίνουν για την ελευθερία όπως αυτή εννοείται στο σύγχρονο (δημοκρατικό) πολιτικό σύστημα, στην κατανάλωση και στο θέαμα ή για την Ελευθερία ως απόλυτη και καθολική (οικουμενική) ιδέα; Αυτό μπορεί να μας το πει ή ίδια η Πράξη αυτών των ανθρώπων.
Και όμως κανείς δεν μιλά…
Για αυτή τη θαυμάσια πράξη αλληλεγγύης αλλά και τα χιλιάδες θύματα της στυγνής εξουσίας.
Βλέπετε, έχουμε και μια «αντιιμπεριαλιστική ιδεολογία», οι Λίβυοι και Σύριοι αγωνιστές «είναι τσιράκια των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Κι έτσι κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια.
Και στην Αφρική, η ανθρωπότητα πεθαίνει από την πείνα
Ο ήδη νεκρός κόσμος μας, που γεννήθηκε από τις αποικιακές ληστρικές επιδρομές και αυτοκρατορικές κατακτήσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αιμορραγεί, όχι μόνο στη Λιβύη και τη Συρία, αλλά τώρα και στη Σομαλία και στην ευρύτερη περιοχή, στο Κέρας της Αφρικής. Μια από τις πολλές χώρες και πολιτισμούς που λεηλατήθηκαν και καταδικάστηκαν στη φτώχεια από τις πρώην ιμπεριαλιστικές και σήμερα δημοκρατικές δυνάμεις. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η πρωτόφαντη σε έκταση ξηρασία, αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής – για την οποία υπεύθυνος είναι ο αδηφάγος για ιδιωτικό κέρδος καπιταλισμός – βυθίζει το λαό της ταλαιπωρημένης χώρας στον λιμό. Στον εφιάλτη και στη μιζέρια-ανελευθερία της πείνας που ταπεινώνει και εξουθενώνει – μέχρι τελικά να αποδεκατίσει – έναν περήφανο λαό.
Στη Σομαλία απειλείται με θάνατο σχεδόν ο μισός πληθυσμός, περίπου τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. Και συνολικά στο Κέρας της Αφρικής υπολογίζεται ότι 12 εκατομμύρια πλήττονται από πείνα και αρρώστιες, ενώ δεκάδες χιλιάδες έχουν πεθάνει τις τελευταίες εβδομάδες.
Και κανείς δεν μιλά, ενώ οι βασικοί υπαίτιοι, τα  πλούσια κράτη, αρνούνται να πληρώσουν το ποσό που ο ΟΗΕ θεωρεί αναγκαίο, για να μην καταδικαστούν στο θάνατο τόσες ψυχές και ιδίως αθώες παιδικές ψυχές (υπολογίζεται ότι κινδυνεύουν άμεσα να πεθάνουν 800.000 παιδιά). Ενώ δίνουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια για να σώσουν τις τράπεζές τους δεν είναι διατεθειμένοι να συγκεντρώσουν το ευτελές γι’ αυτούς ποσό των 1,6 δισεκατομμυρίων για την άμεση αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (Ελευθεροτυπία, 26/7/). 

  Και κανείς δεν μιλά…
Όλοι ασχολούνται με την «κρίση», δηλαδή την πάρτη μας.
Και οι ηγέτες του κόσμου αδιαφορούν για την καταστροφή του περιβάλλοντος
Στις ειδήσεις (π.χ. Ελευθεροτυπία, 22/7) πάλι, διαβάζουμε: «Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν δεν κατάφερε να πείσει το Συμβούλιο Ασφαλείας για το ότι απειλείται η παγκόσμια ασφάλεια από το “εκρηκτικό μείγμα” φυσικών καταστροφών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή». 
Εδώ τα λόγια είναι περιττά…
Αλλά, από την άλλη, δεν μπορεί να μην σκεφτεί κάθε λογικός άνθρωπος ότι η ανεκδιήγητη μωρία των ισχυρών του παγκόσμιου καπιταλισμού, έχει ξεπεράσει και αυτά τα όρια της εγκληματικότητας. Προς χάριν της ανάπτυξης, του κέρδους και της δύναμης, είναι έτοιμοι να παρασύρουν τον πλανήτη και τους υπηκόους τους σε μια καταστροφική πορεία χωρίς επιστροφή. Άλλο ένα στοιχείο που μας πείθει ότι ζούμε στην πραγματικότητα την άρνηση της αληθινής ζωής, γιατί δεν μπορεί να είναι πραγματική ζωή αυτός ο παραλογισμός, ο στηριγμένος πάνω στα ψέματα. Ψέματα τα οποία, αν και τόσο χονδροειδή, ωστόσο πείθουν χάρη στην πλύση εγκεφάλου από τα εκπαιδευτικά συστήματα, το μάρκετινγκ και τη βιομηχανία του θεάματος. Κραταιά αυτά και παντοδύναμα όργανα στα χέρια της ιθύνουσας τάξης, γιατί ενδυναμώνουν και αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία της καπιταλιστικής οικονομίας.
Βιώνουμε την άρνηση (το ψεύδος) της ζωής (και της πραγματικότητας)
Έχουμε τόσο λοιπόν τυφλωθεί, αφοσιωμένοι (εγκλωβισμένοι) σε έναν ψεύτικο κόσμο και μια ανύπαρκτη ζωή, αφού αντιλαμβανόμαστε και εμμένουμε μόνο στην επιφανειακή εικόνα τους, δηλαδή την άρνησή τους. Όπως εξάλλου αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, ως κάτι ιδιαίτερο και μερικό, υποκείμενο σε ένα σωρό διαχωρισμούς: κατά φύλο, φυλή, τάξη, έθνος, πολιτισμό, γεωγραφική θέση, χώρα, εισόδημα κοκ.  Δεν (εν)νοούμε την ουσία και την αλήθεια όλων αυτών (κόσμος, ζωή άνθρωπος), η οποία μπορεί να συλληφθεί μόνο αν η πραγματικότητα πνευματικοποιηθεί, δηλαδή αν λογικοποιηθεί από τη συνείδηση, από το υποκείμενο. Μόνο αν ιδωθεί λογικά μέσα από την άρνηση της μερικής αλήθειας της, μέσα από την αφαίρεσή της, απογυμνωμένη από τα εικονικά και άμεσα εμπειρικά στοιχεία της. Έτσι ώστε να αποκαλυφθεί και να ιδωθεί η οικουμενική ουσία της.
Η κρίση ως η αλήθεια του καπιταλισμού
Αλλά αν, αποσκοπώντας στην επέκταση του κέρδους, των επενδύσεων και της κυριαρχίας τους, οι καπιταλιστές μπορούν ακόμα και να οδηγηθούν από τα ίδια τα κίνητρά τους στην αυτοκαταστροφή (αφού η καταστροφή του πλανήτη και των ειδών που ζουν σε αυτό θα παρασύρει και αυτούς στην άβυσσο), τότε η κρίση είναι ένα θετικό γεγονός. Θετικό, με την έννοια ότι είναι το αληθινά πραγματικό, η αληθινή φύση του καπιταλισμού, μέσα στην πραγματική κίνησή του (γίγνεσθαι), η οποία διέπεται από αντιφατικές δυνάμεις.
Η κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η άρνηση της απλής-επιφανειακής (δηλαδή, απατηλής) μορφής του καπιταλισμού (πρόοδος, δημοκρατία, ανάπτυξη) και η αποκάλυψη-ανάδυση της πραγματικής ουσίας του: τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις και σπατάλη ενέργειας για το ιδιωτικό συμφέρον και όχι το συλλογικό καλό, ανελέητος ανταγωνισμός, καταστροφή φυσικών πόρων και πηγών ενέργειας, διαταραχή και καταστροφή οικοσυστημάτων. Δηλαδή, μια σπάταλη και καταστροφική μηχανή, η οποία χρειάζεται τεράστιες ποσότητες χρήσιμης ενέργειας (χαμηλή εντροπία), ενώ παράγει τεράστιες ποσότητες σκουπιδιών, θερμότητας και άχρηστων, βλαβερών για το περιβάλλον ουσιών (υψηλή εντροπία).
Δημιουργεί έτσι διαταραχή και καταστρέφει τη βιόσφαιρα, η οποία, για να διατηρήσει την ισορροπία της ως σύστημα, δηλαδή το ισοζύγιο εξερχόμενης και εισερχόμενης (αποθηκευμένης) ενέργειας, αντιδρά με ραγδαίες κλιματικές αλλαγές και βίαιες ανακατατάξεις σε όλα τα οργανικά και ανόργανα συστήματα. Το αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά να συρρικνωθεί η ανθρώπινη δραστηριότητα (το ενεργοβόρο οικονομικό-παραγωγικό σύστημα), αν όχι να εξαλειφθεί τελείως το ανθρώπινο είδος.
Ο άνθρωπος βρίσκεται λοιπόν σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του.
Αυτό σημαίνει ότι ή θα συνειδητοποιήσει και θα στοχαστεί την αληθινή φύση του καπιταλισμού που είναι η κρίση, δηλαδή οι αντιφατικές δυνάμεις του που οδηγούν στον φαύλο κύκλο της ανάπτυξης που ακολουθείται από κρίσεις, ενίοτε πολύ βαθιές και καθολικές όπως η σημερινή. Και στη συνέχεια, θα θελήσει να τον υπερβεί για να περάσει σε μια νέα, λογικά θεωρημένη, ιστορική φάση αταξικής κοινωνίας.
Ή θα εκλάβει την κρίση του καπιταλισμού ως μια αλλοίωση της πραγματικής λειτουργίας του, η οποία θεωρείται ότι είναι η πρόοδος (ενώ η ουσία του είναι η άρνηση της προόδου και της ζωής) και, έτσι, θα εγκλωβιστεί στον φαύλο κύκλο της αλήθειας του: στη επαναλαμβανόμενη οδύνη και μιζέρια για τους λαούς, ίσως και στην ολοκληρωτική καταστροφή. 
At the edge (between the old  and the new )
28/7/2011
Δημήτρης Φσόλης

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Για την ακροδεξιά παρανοϊκή εγκληματικότητα.

Η ακροδεξιά, ρατσιστική, φασιστική ιδεολογία, αν και έχει υποτιμηθεί αυτή η πτυχή της, είναι σύμφυτη με τον παραλογισμό και την παράνοια. Η ακραία πίστη και το φανατικό μίσος ενάντια στον «διαφορετικό» συνάνθρωπο, είναι εντελώς παράλογη, γιατί ακριβώς στηρίζεται σε αναληθείς θέσεις για τη φύση των ανθρώπων, των κοινωνιών και πολιτισμών. Όση γνώση και αν διαθέτει κάποιος, αφού στηρίζεται πάνω σε α-νόητες, μη λογικές βάσεις θα καταλήξει στην ίδια θέση, σε μια φανατική και μισαλλόδοξη στάση ζωής.
Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι όλα τα κείμενα ιδεολογικοπολιτικής προπαγάνδας ή ειδησεογραφικών σχολιασμών που μπορεί να δει κανείς σε ακροδεξιά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, εκπέμπουν και αναπαράγουν αυτόν τον παραληρηματικό και φανατικό λόγο. Λόγοι οι οποίοι ανακαλύπτουν αποδιοπομπαίους εχθρούς, αποδίδοντάς τους τη ρετσινιά του διαφορετικού  με την έννοια του κατώτερου και του απειλητικού, που πρέπει να εξαλειφθεί για να συνεχίσει το ανθρώπινο γένος να πορεύεται στον «σωστό» δρόμο. Ιδεολογίες οι οποίες συντονίζονται εύκολα με διαταραγμένες προσωπικότητες, με καταπιεσμένα ή κακοποιημένα από την παιδική του ηλικία άτομα.
Λόγοι και ιδεολογίες λοιπόν, που όταν συναντηθούν με τέτοιους ψυχισμούς, εξωθούν σε εγκληματικές πράξεις απύθμενου μίσους και θρησκευτικού φανατισμού. Βέβαια, πίσω από τέτοιες ιδεολογικές θέσεις δεν υπάρχουν μόνο διαταραγμένα άτομα και θα ήταν σοβαρό λάθος να ρίχνουμε όλες τις ευθύνες και τα αίτια εξάπλωσης της νεοναζιστικής βίας αποκλειστικά και μόνο σε ψυχολογικούς παράγοντες. Το μπλοκ εξουσίας που πραγματικά κυβερνά στον σύγχρονο καπιταλισμό, η ιθύνουσα οικονομική τάξη, χρησιμοποιεί και καλλιεργεί τον φασισμό, όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία στη Γερμανία και στην Ιταλία. Τον χρησιμοποιεί, από τη μία, ως πέμπτη φάλαγγα για να καταστέλλει κάθε ριζοσπαστική-ανατρεπτική κίνηση από τα κάτω και, από την άλλη, ως αποπροσανατολισμό και ελεγχόμενη διοχέτευση της οργής και της αγανάκτησης των προλετάριων και των άλλων καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων σε κατευθύνσεις που εξυπηρετούν το καπιταλιστικό σύστημα για την ισχυροποίηση και διαιώνισή του.
Συνεπώς, οι θεωρητικοί του φασισμού και μορφωμένοι είναι και σώας τα φρένας έχουν. Εκτός, όπως ειπώθηκε πριν, από το γεγονός ότι η μόρφωση και η θεωρία τους στηρίζεται σε εντελώς παράλογες-αναληθείς και απάνθρωπες παραδοχές.
Σε περιόδους κρίσης και δομικής αστάθειας του συστήματος, όπως η σημερινή, προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική και σωτήρια για την καπιταλιστική οικονομία, η αντισυνταγματική εκτροπή προς ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, είτε καλυμμένο είτε απροκάλυπτα δικτατορικό. Αυτή η προοπτική και δυναμική των νεοναζιστικών κινημάτων, δυστυχώς, υποτιμάται από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις. Απορίας άξιο είναι το γεγονός ότι υποτιμάται από την αριστερά – τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο – ακόμα περισσότερο και από τις αστικοδημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες, με αφορμή γεγονότα όπως το πρόσφατο στη Νορβηγία, καταδικάζουν το μίσος ενάντια στο διαφορετικό, και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την εξάπλωση του ρατσισμού και την ορατή πιθανότητα αντιδημοκρατικής εκτροπής. 
Ο προσεχτικός και συστηματικός σχεδιασμός της δολοφονικής επίθεσης στη Νορβηγία από έναν φονταμενταλιστή και φανατικό ακροδεξιό, φανερώνει ότι στην παρανοϊκή φύση της ψυχοπαθολογίας συνυπάρχει και μια τυπική λογική που εξυπηρετεί το παράλογο σχέδιο και στόχο. Το σχέδιο και ο στόχος θεωρούνται υψηλές αξίες, χάρη στην πανίσχυρη επιρροή της φασιστικής ιδεολογίας στο φαντασιακό και στην ψυχοσύνθεση του ατόμου, το οποίο θεωρεί ότι δρα για να υπηρετήσει ένα υπερβατικό όραμα.
Ταυτόχρονα όμως δείχνει ότι κάποιοι κύκλοι απεργάζονται εδώ και πολύ καιρό ένα σχέδιο μαζικής τρομοκράτησης των κοινωνιών, ώστε αυτές από κοινωνίες ανοιχτές και ανεκτικότητας του διαφορετικού, να γίνουν κλειστοφοβικές και ρατσιστικές. Ιδιαίτερα στη νορβηγική κοινωνία, όπου έχει κατακτήσει μια σχετική άμβλυνση των ταξικών ανισοτήτων και αντιθέσεων, ένα κλίμα δημοκρατικότητας και ανεκτικότητας, αφού τα στεγανά ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, ανάμεσα στην πολιτική ελίτ (ακόμα και την ίδια τη βασιλική οικογένεια) και τους πολίτες, ήταν απόντα. Έτσι, το χτύπημα σε ένα ζωντανό παράδειγμα ανοικτής και προοδευτικής κοινωνίας είναι ένας ευφυής άμεσος στόχος στο υπό εξέλιξη μεσοπρόθεσμο σχέδιο πισωγυρίσματος της Ευρώπης σε συντηρητικές και πρωτόγονες καταστάσεις φόβου και καχυποψίας για τον διπλανό και τον διαφορετικό. Με απώτερο στόχο βέβαια, να κυριαρχήσει ο νεοφασισμός ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα και πολιτισμικό-ανθρωπολογικό μοντέλο.
Η κίβδηλη δημοκρατία των σύγχρονων κοινωνιών αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι μέχρι τώρα ανεχόταν την ύπαρξη, τη δράση και τον πολλαπλασιασμό ακροδεξιών και νεοναζιστικών οργανώσεων και κομμάτων σε όλη την Ευρώπη. Το επιχείρημα-πρόσχημα είναι ότι στη δημοκρατία επιτρέπονται ακόμα και οι αντίθετες ή ακραίες απόψεις και θέσεις, αρκεί να μην γίνονται βίαιες πράξεις και ανοιχτές ρατσιστικές ενέργειες. Κάτι το οποίο εκμεταλλεύονται οι επίδοξοι φύρερ για να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους. Και όταν το έδαφος είναι έτοιμο, δεν θα έχουν κανένα ηθικό ενδοιασμό για τα αποτρόπαια εγκλήματά τους ούτε η εφησυχασμένη κοινωνία ή οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις θα είναι σε θέση να τους εμποδίσουν.  
Τέλος είναι εξίσου σημαντικό και απαραίτητο να επισημανθεί ότι τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό και την ψυχοπαθολογία τη γεννάει το ίδιο το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Μέσα από έναν τρόπο ζωής που επικεντρώνεται στην υποκρισία, στην ανελευθερία, στην αλλοτρίωση από τον πραγματικό μας εαυτό, αφού ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει επικεντρωμένος (εγκλωβισμένος) σε αριθμητικά-ποσοτικά μεγέθη, σε υποχρεώσεις και πλαστές ανάγκες που του επιβάλλονται από τα πάνω, όπου αναγκάζεται να κάνει συνεχώς συμβιβασμούς και ψυχρούς υπολογισμούς για να έχει δουλεία αλλά και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές. Μια ζωή κενή, όπου δεν υπάρχει πραγματικό βίωμα και υπαρξιακή ικανοποίηση-ολοκλήρωση του ανθρώπου.
Μια ζωή όπου λείπει το νόημα, οι αξίες και τα ιδανικά, απαξιωμένα και απεμπολημένα από τον ψυχρό οικονομισμό και την αποθέωση της κατανάλωσης και την ποσότητας, ως ύψιστης αξίας. Είναι φυσικό επακόλουθο λοιπόν το υπαρξιακό ξέσπασμα των καταπιεσμένων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων σε πράξεις που τις βιώνουν ως αυθεντικές, ακόμη και ως καταξιωμένες ηθικά και ιστορικά, που σημαίνουν έναν οριστικό διαχωρισμό με τη μιζέρια της καθημερινής επιβίωσης. Τα βασίλειο λοιπόν του κέρδους, του εγωισμού και του ανταγωνισμού παράγει το μίσος, το φθόνο και την υπαρξιακή εξαθλίωση.
Επομένως, ο αντικαπιταλισμός δεν μπορεί παρά να συνδέεται άρρηκτα με τον αντιφασισμό-αντιναζισμό. Και τα δυο αυτά αιτήματα είναι επίκαιρα σήμερα, ίσως όσο ποτέ άλλοτε. Γιατί στην ιστορική αυτή καμπή που η ανθρωπότητα δείχνει να θέλει συνειδητά την υπέρβαση του καπιταλισμού και της εξουσίας, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος να πισωγυρίσουμε σε έναν αποκρουστικό καπιταλισμό φάντασμα, αφού θα έχει ανασύρει στο προσκήνιο τις πιο σκοτεινές πλευρές του ανθρώπινου είδους και της ιστορίας.
Αθήνα 25/7/2011
Δημήτρης Φασόλης

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Φιλοσοφικά – Γνωσιολογικά Ερωτήματα - 3ο μέρος

Κριτικές παρατηρήσεις στο πρώτο γνωσιολογικό πρόβλημα (του αντικειμένου ή της ουσίας)

Κριτική στον υποκειμενικό ιδεαλισμό
Εξετάζοντας κριτικά τις θέσεις και τις θεωρίες των διαφόρων σχολών πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα[1], επισημαίνεται, καταρχάς όσον αφορά τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, ότι η πραγματικότητα είναι αντικειμενική, δηλαδή υπάρχει έξω από τη συνείδησή μας. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε από τους επιστήμονες ούτε και από τους «καθημερινούς» ανθρώπους. Σε αυτό το σημείο αρωγός είναι και η καθημερινή εμπειρία, η μαρτυρία της οποίας είναι καθοριστική.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος βλέπει (αντιλαμβάνεται) ένα δέντρο στον κήπο του διπλανού κτηρίου. Παράλληλα, όλοι οι γνωστοί του άνθρωποι τον βεβαιώνουν για την ύπαρξη αυτού του δέντρου. Μάλιστα, ο άνθρωπος αυτός βλέπει για χρόνια αυτό το δέντρο και είναι σίγουρος πως θα το βλέπει και στο άμεσο – τουλάχιστον – μέλλον. Άρα, το δέντρο αντικειμενικά υπάρχει και δεν βρίσκεται μόνο στη δική του συνείδηση.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε φεύγει για χρόνια στο εξωτερικό. Στο μυαλό του (στη συνείδησή του) εξακολουθεί να έχει την παράσταση εκείνου του δέντρου στην αυλή του κτηρίου, δίπλα από το σπίτι του. Για τον ίδιο λοιπόν (και άρα για τη συνείδησή του) αυτό το δέντρο υπάρχει. Γυρίζοντας όμως μετά από ένα χρονικό διάστημα στην παλιά του γειτονιά, διαπιστώνει ότι το δέντρο που είχε υπόψη του δεν βρίσκεται εκεί που γνώριζε ότι υπήρχε, γιατί η αυλή του κτηρίου έχει υποστεί ανακαίνιση. Επομένως στη συνείδησή του (ως ανάμνηση) υπήρχε η παράσταση του δέντρου, ως μια πνευματική εικόνα του αντικειμένου. Τώρα όμως, σύμφωνα με την αντίληψή του, το δέντρο δεν υπάρχει.
Αυτή η διαφορά μεταξύ παράστασης (= μια πνευματική εικόνα του αντικειμένου που την επεξεργαζόμαστε νοητικά ή τη διατηρούμε στη μνήμη μας κατά βούληση), η οποία παραμένει η ίδια και της αντίληψης (= τα αισθητηριακά δεδομένα που πηγάζουν ή ταυτίζονται ανακλαστικά με ένα αντικείμενο, καθώς και η «ερμηνεία» τους από τη συνείδηση) του αντικειμένου, η οποία αλλάζει, μας βεβαιώνει για την ανεξαρτησία της πραγματικότητας σε σχέση με τη συνείδηση. Μας δείχνει δηλαδή ότι η πραγματικότητα βρίσκεται έξω από τη συνείδησή μας, ασχέτως με το τι πιστεύουμε εμείς και με το τι έχουμε στο νου μας ως παράσταση της πραγματικότητας. Άρα, η πραγματικότητα μέσω της αντίληψης επιβάλλεται στη συνείδησή μας και δεν υπόκειται στις αλλαγές της βούλησής μας.   
Κριτική στον αντικειμενικό ιδεαλισμό

Όσον αφορά τώρα στον αντικειμενικό ιδεαλισμό, οι Κατσιμάνης και Βιρβιδάκης επισημαίνουν ότι ανάλογη κριτική ασκείται και στις θέσεις του. Υποστηρίζουν ότι οι θέσεις αυτές περί πνευματικής υπόστασης της αντικειμενικής πραγματικότητας, δεν στηρίζονται στην εμπειρία και στην πειραματική απόδειξη. Με άλλα λόγια, η θεωρία ότι «υπάρχει ένας κόσμος ιδεών που αποτελεί το οντολογικό υπόβαθρο του κατ’ αίσθηση κόσμου» δεν έχει αποδειχθεί από την εμπειρία. Για αυτόν τον λόγο, δεν είναι δυνατό να υιοθετηθούν από τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους ανάλογες θεωρητικές προτάσεις. Επίσης, επισημαίνουν ότι γνωσιολογικές θεωρίες που μειώνουν τη σημασία της αντικειμενικής πραγματικότητας οδηγούν σε μια απαισιόδοξη στάση για τον κόσμο και δεν βοηθούν στο να κατανοήσουμε τα πραγματικά προβλήματά του και να μεριμνήσουμε για την επίλυσή τους.
Τέλος, οι Καστιμάνης και Βιρβιδάκης υποστηρίζουν ότι οι θέσεις του ιδεαλισμού δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τις τελευταίες εξελίξεις στη σύγχρονη επιστήμη και ιδιαίτερα στη φυσική. Συγκεκριμένα η ταύτιση από τους φυσικούς της ύλης με την ενέργεια έχει ως συνέπεια να μην θεωρείται πλέον η ύλη ως το σταθερό υπόβαθρο όλων των πραγμάτων και επιπροσθέτως ή έννοια της ύλης στην κλασική φυσική από «έκταση» εκλαμβάνεται τώρα ως μια σειρά από μαθηματικούς τύπους ή ένα είδος «αλγεβρικού καπνού». Η ριζική όμως αυτή ανατροπή των εννοιών της κλασικής φυσικής για την ύλη, δεν συνεπάγεται ότι η πραγματικότητα, ανεξάρτητα από το πώς προσεγγίζεται κάθε φορά από την επιστήμη, δεν υφίσταται ως κάτι αντικειμενικό και ανεξάρτητο από τη συνείδηση.
Ουσιαστικά όμως, αυτή τη φορά κατά την άποψη του γράφοντος, η αμφισβήτηση ή αντίθεση προς τις θεωρήσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού δεν μπορούν να εστιάζουν στην αντικειμενική ύπαρξη της πραγματικότητας, στο βαθμό που κάτι τέτοιο δεν το αρνείται, με την επισήμανση ότι θεωρεί την αντικειμενική πραγματικότητα κάτι το πνευματικό. Αντικειμενική πραγματικότητα, όπως έχουμε διευκρινίσει, με την έννοια ότι αυτή βρίσκεται έξω από τη συνείδησή μας και ταυτόχρονα την αντιλαμβάνονται και τα άλλα υποκείμενα (είναι διυποκειμενική).  Συνεπώς, μια εποικοδομητική κριτική εναντίωση στον αντικειμενικό ιδεαλισμό θα έπρεπε να εστιάζει στην υλική ουσία ή υπόσταση της πραγματικότητας, σε αντιδιαστολή με την πνευματική ουσία της πραγματικότητας στην οποία η εν λόγω σχολή πιστεύει.
Ακόμη όμως και αν γίνει αποδεκτό το γεγονός την υλικής υπόστασης της πραγματικότητας, η εν γένει δομή και το θεωρητικό σύστημα του ιδεαλισμού δεν χάνουν, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, την επιστημολογική αξία και τη δυναμική τους. Η πεποίθηση αυτή στηρίζεται στην άποψη ότι η ύλη, υπό το φως και των σύγχρονων ανακαλύψεων στη μικροφυσική, ίσως να ταυτίζεται ή, καλύτερα, να έχει ισχυρές αναλογίες με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά  της ιδέας (η οποία είναι η ουσία της πραγματικότητας, κατά τους ιδεαλιστές). Έτσι πολλά από τα γνωσιολογικά-θεωρητικά σχήματα και εννοιολογικά εργαλεία του ιδεαλισμού, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία-εξήγηση και εν τέλει την κατανόηση της φύσης και της (υλικής) πραγματικότητας.

Κριτική στον αφελή ρεαλισμό

Ερχόμενοι τώρα στον αφελή ρεαλισμό, η κριτική που του ασκείται είναι ότι οι θέσεις του, με κεντρική αυτή που για το ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τα πράγματα ακριβώς όπως αυτά είναι, δέχονται ακόμη πιο καίριο πλήγμα από ό,τι οι θέσεις του ιδεαλισμού. Πρώτον, επιστήμες όπως η φυσιολογία και η ψυχολογία έχουν δείξει ότι ανάμεσα στα πράγματα και στη συνείδηση παρεμβάλλονται τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου, το νευρικό του σύστημα και ο εγκέφαλος, δηλαδή όργανα και λειτουργίες που ακόμη σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν αποσαφηνιστεί, ούτε έχει εξηγηθεί η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας τους.
Συνάγεται από τα παραπάνω, ότι η αντίληψή μας για την πραγματικότητα διαμεσολαβείται από αισθητηριακές και νευροφυτικές διαδικασίες και άρα η γνώση μας δεν είναι άμεση και πλήρης για τη δομή, τα χαρακτηριστικά και την ουσία των αντικειμένων. Από την άλλη δεν πρέπει να υποτιμούμε τον ρόλο της υποκειμενικότητας, η οποία παρεμβάλλεται και εμπλέκεται στην αντιληπτική λειτουργία, γεγονός που σημαίνει ότι η παράσταση (νοητική εικόνα) των αντικειμένων που σχηματίζεται στο νου μας δεν συμφωνεί απόλυτα με την πραγματικότητα. Εξάλλου, αν οι θέσεις του αφελούς ρεαλισμού ίσχυαν, τότε η επιστήμη θα ήταν αχρείαστη.
Κάτι τέτοιο όμως ξέρουμε ότι δεν ισχύει. Αντίθετα, η επιστήμη σήμερα, όσο προχωρά στις μεθόδους και στα ερευνητικά μέσα, χάρη και στην τεχνολογία (μικροσκόπια, τηλεσκόπια κ.λπ.), μας αποκαλύπτει άγνωστες έως πρόσφατα πτυχές της πραγματικότητας. Πτυχές αναπάντεχες και ανατρεπτικές της κοινής αντίληψης, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η πραγματικότητα δεν συλλαμβάνεται άπαξ και εντελώς από την αντίληψη και τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου, αλλά η γνώση μας για αυτήν διευρύνεται και την προσεγγίζει ολοένα.
Κριτική στον φαινομενισμό του Καντ

Με τον φαινομενισμό του ο Καντ συμβάλλει κριτικά και σημαντικά στην περαιτέρω διερεύνηση του γνωσιολογικού προβλήματος για το αντικείμενο της γνώσης. Αυτό το καταφέρνει με τη συνδυαστική θεώρησή του ότι η αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά αυτή δεν αποδίδεται πιστά από την αντίληψη, αφού παρεμβάλλονται ως παραμορφωτικοί φακοί οι κατηγορίες της νόησης και οι a priori γνωστικές δομές-δυνατότητες. Συνεπώς, μέσα από την προσέγγιση αυτή, το πρόβλημα τίθεται σε σωστότερες βάσεις και η παραδοσιακή διαμάχη μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού αμβλύνεται σημαντικά.  
Κριτική στη φαινομενολογία

Η φαινομενολογία, από την άλλη, είναι μια ιδιότυπη προσπάθεια να γεφυρωθεί ο ιδεαλισμός με τον ρεαλισμό. Ο Χούσερλ συμφωνεί με τον ρεαλισμό ότι η αντικειμενική πραγματικότητα είναι αυθύπαρκτη και έξω από τη συνείδησή μας και ότι οι ουσίες δεν καθορίζονται από την σκέψη. Ταυτόχρονα όμως υποστηρίζει πως ό,τι είναι πραγματικότητα για τους ανθρώπους ταυτίζεται με αυτό που υπάρχει ως παράσταση στο πλαίσιο της πραγματικής και δυνατής συνείδησης. Η πραγματικότητα υπάρχει μόνο στο βαθμό που μπορεί να «σημασιοδοτηθεί» (sinngebung) από το υποκείμενο. Προσπαθώντας να υπερβεί την άμεση εμπειρία με τις πλάνες και τους περιορισμούς της, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η φαινομενολογία μας προφυλάσσει από τις ανυπόστατες και αφελείς απόψεις του ρεαλισμού. Ταυτόχρονα όμως, επιμένοντας στον διαμορφωτικό ρόλο της συνείδησης για τη γνώση της πραγματικότητας, εκτίθεται στον κίνδυνο να εισέλθει ο υποκειμενισμός «από το παράθυρο». Ιδιαίτερα στα χέρια των μαθητών του, παρά από τον ίδιο τον Χούσερλ, η φαινομενολογία μοιάζει να απομακρύνεται από το κριτικό πνεύμα της και να ρέπει προς την κοινή λογική.
Κλείνοντας,  είναι σωστό να επισημανθεί ότι η κριτική στα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και θεωρίες δεν είναι κάτι που γίνεται άπαξ και διά παντός. Αντίθετα, οι θεωρίες, τα επιχειρήματα και οι σχολές επανακάμπτουν με νέα κάθε φορά επιχειρήματα και αποδεικτικά ή μεθοδολογικά εργαλεία, καθώς η γνώση και η επιστήμη εξελίσσονται. Εξάλλου, η σκέψη και η γνώση προχωρούν με σπειροειδή και όχι ευθύγραμμη πορεία. Έτσι, ένα φιλοσοφικό σύστημα ή σχολή που μας φαίνεται σήμερα ανεπαρκές και αναγκαστικά υποχωρεί από το φιλοσοφικό προσκήνιο (αν και ποτέ ένα γνωσιοθεωρητικό σύστημα σκέψης δεν υποχωρεί ολοκληρωτικά), αύριο επανέρχεται ανανεωμένο και ενδυναμωμένο από νέες ανακαλύψεις και σημαντικά πνεύματα-προσωπικότητες που το εκπροσωπούν.
Συμπεράσματα
Από τις κριτικές προσεγγίσεις στα φιλοσοφικά ρεύματα και στο πώς τοποθετούνται απέναντι στο πρόβλημα του αντικειμένου ή της ουσίας, συνάγονται τα εξής συμπεράσματα:
·         Ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει «καθ’ εαυτόν», δηλαδή ανεξάρτητα από τη συνείδηση του σκεπτόμενου υποκειμένου. Ωστόσο το ίδιο το υποκείμενο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του και εμπλέκεται άμεσα και αποφασιστικά στη διαδικασία γνωστικής οικειοποίησης της πραγματικότητας. Μέσα από τη νοούσα συνείδηση και τον λόγο που αυτό διαθέτει μπορεί να πάρει την κατάλληλη απόσταση από τα πράγματα και έτσι τα μετατρέπει σε λογικά νοηματοδοτημένα αντικείμενα, στο πλαίσιο του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστημονικής έρευνας.
·         Την πραγματικότητα δεν την αντιλαμβανόμαστε όπως ακριβώς είναι. Η ανακάλυψη των συστατικών της στοιχείων και η κατανόηση των νόμων που τη διέπουν, είναι έργο της επιστήμης. Ωστόσο, επειδή η πραγματικότητα είναι ρευστή και συνεχώς μεταβάλλεται, η επιστήμη αδυνατεί να ανακαλύψει την αλήθεια δια μιας και στην πληρότητά της. Αυτό που μπορεί να κάνει (η επιστήμη) είναι να επιχειρεί συνεχώς νέες προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Και, τέλος, η επιστήμη δεν εξετάζει το αντικείμενό της μόνο συγχρονικά, αλλά και στη διαχρονική εξέλιξη και εκδήλωσή του μέσα στην ιστορία.

Αθήνα, 14/7/2011
Δημήτρης Φασόλης


[1] Στο παρόν κείμενο κολουθείται η συλλογιστική των συγγραφέων του βιβλίου, το τμήμα του οποίου παρουσιάζεται εδώ αφορά στα γνωσιολογικά ερωτήματα (Κατσιμάνης – Βιρβιδάκης 2001. «Προβλήματα Φιλοσοφίας, Γ΄ τάξη Ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ). Σε ορισμένα σημεία κατατίθενται σκέψεις και σχόλια του γράφοντος.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Φιλοσοφικά – Γνωσιολογικά Ερωτήματα (Συνέχεια)

Στο προηγούμενο είχαμε δει πώς απαντούν στο Πρόβλημα της Ουσίας ή του Αντικειμένου ο Ιδεαλισμός και ο Ρεαλισμός. Ακολουθούν ο Φαινομενισμός (Καντ) και η Φαινομενολογία.

3. Φαινομενισμός
Ο φαινομενισμός είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μέση λύση μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού.
Καντ (Kant): Τα πράγματα υπάρχουν έξω από τη συνείδηση, η τελευταία όμως δεν τα γνωρίζει «καθ’ αυτά», αλλά αποκλειστικά ως φαινόμενα. Αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα δεν τα γνωρίζουμε όπως ακριβώς είναι, αλλά όπως μπορούμε να τα αντιληφθούμε.  Αυτό οφείλεται στο ότι τα εμπειρικά δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις προεμπειρικές (a priori) «δομές» σύμφωνα με τις οποίες λειτουργεί το πνεύμα μας. Αυτές οι a priori δομές λειτουργούν σαν παραμορφωτικός φακός για τη γνώση μας για τα πράγματα, γι’ αυτό τα γνωρίζουμε μόνο ως φαινόμενα.
Ωστόσο για εμάς αυτή είναι η πραγματικότητα, όπως αυτή συλλαμβάνεται από τη συνείδησή μας ως φαινόμενο. Άρα το να γνωρίσουμε τις ουσίες και τις ιδιότητες των φαινομένων, αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της επιστήμης. Αυτό είναι και το όριο της ανθρώπινης γνώσης και συνείδησης.

3.1. Νεοκαντιανισμός
Κόεν(Cohen) και Νάτορπ (Natorp): Ο νους δίνει μορφή στα ψυχικά φαινόμενα και συγκροτεί τις έννοιες. Η μόνη πραγματικότητα που γνωρίζουμε είναι αυτές.  Η νόηση έχει την τάση να αποδίδει αντικειμενική υπόσταση στις έννοιες, άρα το Είναι δεν θεμελιώνεται στον εαυτό του, αλλά αντλεί την ύπαρξή του από τη νόηση. Η Σχολή του Μερβούργου απορρίπτει το «πράγμα καθ’ αυτό» του Καντ. Προσπαθεί να απαλλάξει τον αντικειμενικό ιδεαλισμό από το μεταφυσικό του στοιχείο, προσδίδοντάς του καθαρά λογικό χαρακτήρα: ο νους με τις λογικές νοητικές λειτουργίες του, δηλαδή ο λόγος, συγκροτεί την πραγματικότητα όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε. 

4. Φαινομενολογία
Χούσερλ (Husserl): Με τη φαινομενολογία του – την οποία πρέπει να διακρίνουμε από τον φαινομενισμό – εισάγει όχι ένα καινούριο φιλοσοφικό σύστημα αλλά μια καινούρια μέθοδο έρευνας των πραγμάτων.  Ο Χούσερλ δεν ξεκινά από μια ρητή αποδοχή του Εγώ (όπως κάνει ο Ντεκάρτ), ώστε με βάση αυτή να καταλήξει στη βεβαιότητα ότι υπάρχει το αντικείμενο. Ούτε αρνείται ότι υπάρχει η νοούσα συνείδηση και ο κόσμος. Αποφεύγει να πάρει θέση επί του προκειμένου, δηλαδή αναστέλλει την κρίση του και το όλο θέμα το βάζει «μέσα σε παρένθεση»: παρόμοια στάση με την «εποχή» των Σκεπτικών.
Από την άλλη όμως ο Χούσερλ θεωρεί τη συνείδηση προϋπόθεση της γνωστικής διαδικασίας, κάτι σαν ένας διακριτικός παρατηρητής που αντιλαμβάνεται τα πράγματα.  Η συνείδηση-παρατηρητής είναι διαρκώς στραμμένη προς κάτι, «σκοπεύει» πάντοτε σε κάτι. Κάθε συνείδηση είναι πάντοτε συνείδηση ενός πράγματος: το cogito του Χούσερλ δεν οδηγεί στην ενορατική σύλληψη ενός ego (κατά Ντεκάρτ), αλλά κατευθύνεται κάθε φορά προς ένα cogitatum (= αντικείμενο σκέψης).
Η διαρκής στροφή της συνείδησης προς κάτι ονομάζεται ονομάζεται «προθετικότητα» (intentionalität). Ο ρόλος της συνείδησης δεν είναι παθητικός. Είναι καθοριστικός για τη σύλληψη του νοήματος των πραγμάτων. Σε μια πρώτη φάση η συνείδηση στρέφεται προς ό,τι «φαίνεται», δηλαδή προς ό,τι εκδηλώνεται κατά τρόπο αυθεντικόφαινομενολογική αναγωγή» – το πράγμα, η έννοια, το φαινόμενο μπαίνει σε εισαγωγικά). Επιδίωξή της όμως είναι σε μια δεύτερη φάση να αναχθεί στη σύλληψη του είδους, των ουσιών («ειδητική αναγωγή»).
Οι ουσίες που τις θεάται η συνείδηση, δεν είναι «όντως όντα» με την πλατωνικά έννοια του όρου, αλλά ούτε και απλά δημιουργήματα της σκέψης. Είναι η αληθινή ουσία των πραγμάτων «καθ’ αυτά», απαλλαγμένων από συμβεβηκότα. Δηλαδή με την ειδητική αναγωγή καταλήγουμε σε μία απλή ουσία που είναι βασική ιδιότητα. Απλή με την έννοια ότι χωρίς αυτήν το πράγμα δεν νοείται ως τέτοιο: π.χ. η ειδητική αναγωγή του «τριγώνου» είναι η κυρτότητα, του «χρώματος» η επιφάνεια.

(Η συνέχεια την Πέμπτη, 14/7/2011)
Αθήνα, 11/7/2011
Δημήτρης Φασόλης

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ – ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ*

* (Πηγή: Κατσιμάνης Κ και Βιρβιδάκης Σ, 2001.Προβλήματα Φιλοσοφίας, Γ΄ τάξη Ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ)
Εισαγωγή
Το παρόν κείμενο, το οποίο δημοσιεύεται σε συνέχειες, αποτελεί μια εισαγωγή στο θέμα, μια συνοπτική παρουσίαση των διαφόρων σχολών, ρευμάτων και των βασικών φιλοσοφικών εννοιών. Στόχος του είναι να αποσαφηνιστούν το περιεχόμενο αυτών των εννοιών για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να προχωρήσει σε ένα επόμενο στάδιο στην εμβάθυνση στις φιλοσοφικές έννοιες και τα γνωσιοθεωρητικά συστήματα.
Γιατί όμως να ασχοληθεί κανείς με τέτοια «βαριά» φιλοσοφικά ζητήματα; Μήπως αυτά θα πρέπει να απασχολούν μόνο όσους θέλουν να ασχοληθούν με συστηματικό τρόπο με τη φιλοσοφία; Η απάντηση είναι ότι η ενασχόληση και εξοικείωση με θεμελιώδη θεωρητικά-γνωσιολογικά ζητήματα  ενδιαφέρει – ή θα έπρεπε να ενδιαφέρει – όλους, και ιδιαίτερα τους πολιτικοποιημένους ανθρώπους.
Διότι, έχοντας γνωστικά και θεωρητικά εφόδια, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να κατανοηθεί πληρέστερα η πραγματικότητα γύρω μας με τα διάφορα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενά της. Όπως επίσης είναι ευκολότερο να διατηρείται η απαραίτητη απόσταση ανάμεσα στο υποκείμενο και το φαινόμενο που εξετάζεται, για μια περισσότερο αντικειμενική και έγκυρη ανάλυση. Τέλος, πίσω από ό,τι λέγεται ή πράττεται, ιδιαίτερα πίσω από πολιτικές, ρητορικές και ιδεολογίες, κρύβονται κάποιες φιλοσοφικές παραδοχές ή και ολόκληρα φιλοσοφικά ρεύματα. Κατά συνέπεια, όταν υπάρχουν τα κατάλληλα εργαλεία (και ανάμεσά τους σίγουρα είναι η γνωσιολογία-φιλοσοφία), τότε καθίσταται δυνατή, σε πρώτη φάση, η κατάταξή τους σε κάποια σχολή ή ρεύμα. Και σε δεύτερη φάση η κριτική εξέταση και ο έλεγχος της εγκυρότητας, των αδυναμιών και των θετικών στοιχείων αυτών των ιδεολογιών, πολιτικών φιλοσοφιών, λόγων και πρακτικών. 
Τι σημαίνει «ξέρω» και «γνωρίζω»; (τι είναι γνώση;)
Όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις «ξέρω» και «γνωρίζω», συνήθως εναλλάξ και σε διαφορετικά συμφραζόμενα (π.χ. «ξέρω (να παίζω) βιολί», «εκείνο τον άνθρωπο τον γνωρίζω»), τους αποδίδουμε ταυτόσημο περιεχόμενο, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με τις επικοινωνιακές περιστάσεις και το μήνυμα που μεταδίδεται μεταξύ των συνομιλητών (είτε στον προφορικό είτε στον γραπτό λόγο). Έτσι, τόσο η έννοια «ξέρω» όσο και η έννοια «γνωρίζω» σημαίνει ότι έχουμε κάποιες δεξιότητες και ικανότητες, τις οποίες έχουμε καλλιεργήσει και αναπτύξει, μέσω της μάθησης. Σημαίνουν ακόμη την αποκτημένη γνώση πάνω σε ένα γνωστικό ή επιστημονικό αντικείμενο, μέσα από συστηματική και σε βάθος μελέτη. Επίσης, το «γνωρίζω» έχει την έννοια του αναγνωρίζω κάποιον ή κάτι, όπως και την έννοια του κάνω κάτι γνωστό ή συστήνω ένα πρόσωπο σε κάποιους άλλους παρευρισκόμενους, αλλά και τη γνωριμία μεταξύ ανθρώπων.
Γνωρίζω όμως σημαίνει και τη νοητική εκείνη λειτουργία της αντίληψης και της σκέψης (η νοούσα συνείδηση, με άλλα λόγια) μέσω της οποίας προσλαμβάνω και κατανοώ τον κόσμο γύρω μου, όλα τα πράγματα (έμψυχα και άψυχα, οργανικά και ανόργανα) που με περιβάλλουν. Με άλλα λόγια, σημαίνει ότι «έρχομαι σε επαφή, αποκτώ γνώση για κάτι» (βλ. λεξικό Μπαμπινιώτη).  
Όμως ποιο είναι ακριβώς το περιεχόμενο αυτού του «ξέρω» και «γνωρίζω»; Αυτό είναι που ενδιαφέρει διαχρονικά τη φιλοσοφία και τον ιδιαίτερο κλάδο της, τη γνωσιολογία. Πιο συγκεκριμένα η φιλοσοφία διερωτάται και ερευνά, τι είναι γνώση, πώς γνωρίζουμε τον κόσμο, αν και κατά πόσο είναι δυνατή αυτή η γνώση του κόσμου. Επίσης, διερευνά ποιο είναι το αντικείμενο της γνώσης.
Από πού πηγάζει όμως αυτό το ενδιαφέρον και η επίπονη ενασχόληση των φιλόσοφων; Πηγάζει ακριβώς από τη γενικότερη στάση των φιλοσόφων, η οποία συνίσταται στα εξής:
  • Αμφισβητούν κριτικά τις περισσότερες καθημερινές πεποιθήσεις και ιδέες των ανθρώπων, την απλουστευτική και «κοινή» λογική που αποτελείται συνήθως από ένα σύνολο προκαταλήψεων και στερεοτύπων. Προσπαθούν λοιπόν να προσδιορίσουν αν αυτές αποτελούν γνώση, στο βαθμό που ο πολύς κόσμος τις αποδέχεται χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο ως αυτονόητες.
  • Πασχίζουν να προσδιορίσουν και να περιγράψουν τις σημαντικότερες μορφές γνώσης.
  • Εργάζονται για να διαμορφώσουν ασφαλή κριτήρια, έτσι ώστε η γνώση που αποκτούμε να είναι έγκυρη και με αποδεικτική ισχύ (αληθής γνώση).
Η φιλοσοφία δεν ασχολείται τόσο με την πρακτική γνώση (τη γνώση εκείνη που έχει να κάνει με πρακτικές και τεχνικές δεξιότητες της καθημερινότητας) ή, σωστότερα, ασχολείται με αυτές τις πρακτικές γνώσεις στο βαθμό που συνδέονται με τα γενικότερα γνωστικά και φιλοσοφικά ζητήματα και επιπλέον μας βοηθούν να τα προσεγγίσουμε και από άλλες οπτικές γωνίες. Η φιλοσοφία ενδιαφέρεται για την προτασιακή σκέψη (προτάσεις κρίσεις, συλλογισμοί, επιχειρήματα) και με το πώς μπορούμε να αποφανθούμε με έγκυρο και ορθό τρόπο, μέσα από τις κατάλληλες λογικές διαδικασίες, για την ορθότητα (ή το ψεύδος) αυτών των προτάσεων.
Τα φιλοσοφικά προβλήματα και οι σχολές
Τα προβλήματα-ερωτήματα που τίθενται λοιπόν σε σχέση με τη γνώση (γνωσιολογικά προβλήματα-ερωτήματα) μπορούμε να τα διακρίνουμε στις εξής τρεις κατηγορίες:
  1. Το πρόβλημα του αντικειμένου ή της ουσίας: Υπάρχει (αντικειμενική) πραγματικότητα;
  2. Το πρόβλημα της δυνατότητας: Μπορούμε να γνωρίσουμε την (αντικειμενική) πραγματικότητα;
  3. Το πρόβλημα της πηγής: Από πού πηγάζει η γνώση μας για την (αντικειμενική) πραγματικότητα;
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η κατάταξη των διαφόρων σχολών σύμφωνα με το πώς τοποθετούνται στα γνωσιολογικά ερωτήματα, έχει καθαρά ταξινομική και μεθοδολογική αξία. Δεν υπάρχουν δηλαδή στην πραγματικότητα σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους διάφορους στοχαστές-φιλοσόφους που παρουσιάζονται ως αντιπρόσωποι των εν λόγω σχολών και ρευμάτων. Συχνά, ένας φιλόσοφος μπορεί να τοποθετείται απέναντι σε ένα ζήτημα με τέτοιο τρόπο ώστε να εντάσσεται στη μια σχολή και σε ένα άλλο ζήτημα να θεωρείται ότι απαντά από την οπτική (δηλαδή, με βάση τα κριτήρια) μιας άλλης σχολής.

Α) Το πρόβλημα του αντικειμένου ή της ουσίας: Υπάρχει (αντικειμενική) πραγματικότητα;
Διατυπώνεται το ερώτημα: Ο κόσμος υπάρχει πραγματικά – έξω από τη συνείδηση – και είναι ανεξάρτητος από αυτήν;
Στο ερώτημα αυτό τοποθετούνται οι παρακάτω σχολές ή ρεύματα σκέψης:
1) Ιδεαλισμός, 2) Ρεαλισμός, 3) Φαινομενισμός (Kant) και 4) Φαινομενολογία.
1)     Ιδεαλισμός:
Στο πρόβλημα αυτό τοποθετείται ο ιδεαλισμός υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος γύρω μας δεν έχει αντικειμενική υπόσταση. Τον ιδεαλισμό τον διακρίνουμε σε δύο επιμέρους τάσεις, τον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.
1.1.       Υποκειμενικός ιδεαλισμός: Ο «κατ’ αίσθηση» κόσμος είναι κάτι το πνευματικό και υπάρχει μόνο ως παράσταση στη συνείδηση.
Ντεκάρτ (Descartes): Ο Ντεκάρτ προβληματίζεται για την αντικειμενική πραγματικότητα. Θέλει να θεμελιώσει από την αρχή κάθε ανθρώπινη γνώση, ώστε η γνώση να έχει αποδεικτική ενάργεια, δηλαδή να πείθει για την εγκυρότητά της.
Ο Ντεκάρτ γίνεται για μεθοδολογικούς λόγους σολιψιστής (solus + ipse): το μόνο αναμφισβήτητο είναι η συνείδηση με το περιεχόμενό της. Για όλα όσα υπάρχουν πρέπει να αμφιβάλλω (γιατί είναι πολύ πιθανό ένα «πονηρό πνεύμα» να με εξαπατά).
Το ότι αμφιβάλλω δείχνει ακριβώς το ότι σκέφτομαι. Το ότι σκέφτομαι με πείθει ότι υπάρχω («cogito ergo sum»). Η σκέψη μου με τρόπο ενορατικό βεβαιώνει για την ύπαρξή μου. Η γνήσια-αληθής γνώση χαρακτηρίζεται από ενόραση και προφάνεια. Ενώ η επίγνωση της τελειότητας που έχω, πηγάζει από τον θεό.
Μπέρκλευ (Berkeley): Ο εξωτερικός κόσμος θρυμματίζεται σε μια σειρά από συνειδησιακές καταστάσεις = ένα σύνολο από «ιδέες», μια δέσμη από αισθήματα όρασης, ακοής, αφής κ.λπ.
Για παράδειγμα, η πόρτα μπροστά μου δεν έχει υπόσταση. Το χρώμα της είναι προϊόν του αισθήματος όρασης, η αντίσταση του χεριού μου πάνω της είναι προϊόν του αισθήματος της αφής, ο κρότος καθώς κλείνει είναι αποτέλεσμα του αισθήματος της ακοής. 
Αλλά το χρώμα, η δύναμη αντίστασης κ.λπ. δεν είναι αυθύπαρκτες ουσίες – είναι ένα σύνολο ιδεών. Αν όμως η «αντικειμενική» πραγματικότητα δεν είναι αυθύπαρκτη, τότε πώς εξηγείται η κανονικότητα που εμφανίζει ο εξωτερικός κόσμος; Οι κοινές σε όλους συνειδησιακές καταστάσεις και η τάξη με την οποία παρουσιάζονται πρέπει να αποδοθούν στην παρέμβαση του Θεού: πρόκειται για παραστάσεις θεϊκής διάνοιας που αυτή τις εμφανίζει στην αντίληψή μας με βάση κανόνες («Ο κόσμος είναι ένας λόγος που ο Θεός εκφωνεί στους ανθρώπους»).
1.2. Αντικειμενικός ιδεαλισμός: Ο κόσμος είναι ένα ατελές αντίγραφο ή απλή έκφανση της ιδέας. Η ιδέα είναι η αιτία της ύπαρξης – υπάρχει σε ένα διαφορετικό οντολογικό επίπεδο.
Πλάτων: Η αληθινή ουσία των όντων (οι ιδέες, το «όντως ον») έχει αντικειμενική υπόσταση, υπάρχει «αφ’ εαυτής». Επιπλέον, οι ιδέες όχι μόνο δεν δημιουργούνται από τη συνείδηση, αλλά και υπερβαίνουν τον κατ’ αίσθηση κόσμο. Βρίσκονται έξω και πάνω από αυτόν, σε ένα υπέρτερο οντολογικό επίπεδο. 
Έγελος (Hegel): Το «όντως όν» είναι η καθαρή νόηση, η ιδέα. Η ιδέα υπάρχει καθεαυτήν, αποτελώντας την ουσία του κόσμου, ο οποίος είναι ανεξάρτητος από τη σκέψη μας.  Η ιδέα υπάρχει και στη σκέψη μας, έτσι η τελευταία συλλαμβάνει την ιδέα, επειδή είναι ομοούσια προς αυτήν.
Η ιδέα βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, ένα αέναο γίγνεσθαι. Οι νόμοι αυτού του γίγνεσθαι σε γενικές γραμμές είναι οι ακόλουθοι:
Μια ιδέα (θέση) δεν μπορεί να τεθεί χωρίς να προκαλέσει την αντίθετη θέση (αντίθεση), η οποία αποτελεί άρνηση της πρώτης.
Η θέση και η αντίθεση ξεπερνιούνται με την άρνηση της άρνησης (αργότερα οι μαρξιστές θα την ονομάσουν σύνθεση).
Η σύνθεση είναι μια καινούρια θέση που προκαλεί ξανά μια αντίθεση κοκ. (διαλεκτική).
Για παράδειγμα, η έννοια «γίγνεσθαι», μία από τις θεμελιώδεις έννοιες στο φιλοσοφικό σύστημα του Hegel, προκύπτει από την αντίθεση των εννοιών «ύπαρξη» («είναι») και «μη ύπαρξη» [αλλιώς, «μη είναι» ή «μηδέν» (0)]. Έτσι, το «γίγνεσθαι» προκύπτει από το ξεπέρασμα της αντίθεσης, είναι η άρνηση της άρνησης ανάμεσα στο «είναι» και στο «μηδέν» («μη είναι»). Επομένως, είναι μια σύνθεση, η οποία ταυτόχρονα συναιρεί (κλείνει μέσα του και τα δύο) αλλά και υπερβαίνει τις δύο αντιθετικές έννοιες.
Αυτό συμβαίνει γιατί «κάθε ον περιέχει αντιθετικούς προσδιορισμούς» και επομένως «γνώση της έννοιας ενός πράγματος σημαίνει γνώση του αντικειμένου αυτού ως ενότητας αντιθετικών προσδιορισμών». Επειδή όμως η ιδέα ταυτίζεται με το διαρκώς μεταβαλλόμενο Είναι, η διαλεκτική κίνηση, δηλαδή το αέναο γίγνεσθαι, είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να συλλάβουμε το Είναι.
2. Ρεαλισμός
Στους αντίποδες του ιδεαλισμού τοποθετείται ο ρεαλισμός. Στο ερώτημα αν ο κόσμος βρίσκεται έξω από τη συνείδηση και είναι ανεξάρτητος από αυτήν, απαντά καταφατικά.
2.1. Αφελής ρεαλισμός: τα πράγματα όχι μόνο υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, αλλά και τα γνωρίζουμε όπως ακριβώς είναι. Ο αφελής ρεαλισμός είναι ευρύτατα διαδεδομένος, γιατί από αυτόν διέπεται η κοινή λογική των ανθρώπων.
Εμπεδοκλής: (5ος αι. π.Χ.) διδάσκει ότι η αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας προέρχεται από μόρια, τα οποία εκπέμπονται από τα αντικείμενα και προσβάλλουν τα αισθητήρια όργανα. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα μηνύματα του εξωτερικού κόσμου γιατί κλείνει μέσα του στοιχεία ομοειδή προς εκείνα από τα οποία αποτελείται ο κόσμος. Επομένως, γνωρίζουμε τα όμοια με τα όμοια (π.χ. το νερό με το νερό, τη φωτιά με τη φωτιά) και άρα γνωρίζουμε την πραγματικότητα όπως αυτή είναι. 
2.2. Κριτικός ρεαλισμός: Τα πράγματα υπάρχουν βέβαια ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, αλλά ανάμεσα σε αυτήν και σε εκείνα παρεμβάλλονται οι αισθήσεις. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ιδιότητες των πραγμάτων είναι, ως ένα βαθμό, δημιούργημα των τελευταίων και όχι κάτι αντικειμενικό.
Δημόκριτος: Εκείνο που πραγματικά υπάρχει είναι τα άτομα με τις ιδιότητές τους (μέγεθος, σκληρότητα, βάρος) και το κενό. Όλες οι άλλες ιδιότητες έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα.  
Επίκουρος: Τα άτομα δίνουν στα αντικείμενο μόνο το σχήμα, βάρος και μέγεθος και όσα σχετίζονται με αυτά. Οι ποιότητες δεν προέρχονται από τα άτομα, λόγου χάρη τα χρώματα δεν είναι ουσιαστικές ιδιότητες των πραγμάτων.
Τόσο ο Δημόκριτος όσο και ο Επίκουρος προσπαθούν να διαχωρίσουν τις ουσιαστικές ιδιότητες των πραγμάτων, οι οποίες έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, από άλλες ποιότητες που εξαρτώνται από τις αισθήσεις μας και από το πώς προσεγγίζουμε τα πράγματα (θέση, διάθεση κ.λπ.) και άρα είναι υποκειμενικές και σχετικές.
Χομπς (Hobbes), Ντεκάρτ (Descartes), Λοκ (Locke): υποστηρίζουν – με διάφορες παραλλαγές – ότι πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε πρώτες και δεύτερες ουσίες. Οι μόνες ουσίες που πραγματικά υπάρχουν και χαρακτηρίζουν τα αντικείμενα είναι οι πρώτες ουσίες (σχήμα, βάρος, πυκνότητα, κίνηση κλπ), οι οποίες υπόκεινται σε ποσοτικές διαφορές. Αντίθετα, οι δεύτερες ουσίες (ήχοι, χρώματα, θερμότητα, ψύχος κτλ) στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Είναι απλώς επιγεννήματα των πρώτων ουσιών και προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίον η συνείδησή μας αντιλαμβάνεται τις ποσοτικές διαφορές.  
(Η συνέχεια τη Δευτέρα, 11/7/2011) 
Αθήνα, 9/7/2011
Δημήτρης Φασόλης