Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Το «λιγότερο κράτος» και η επαναστατική οπτική



Στις σημερινές συνθήκες οικονομίστικης κρίσης, φαίνεται πως στρατηγικός στόχος της καπιταλιστικής ελίτ στη χώρα είναι η συρρίκνωση του κράτους-δημοσίου. Για την αριστερά, αυτό είναι ζήτημα ταμπού και είναι αναμενόμενο να καταγγέλλει, να διαμαρτύρεται και να βάζει ως προτεραιότητα την άμυνα σε αυτήν την πολική (αν και η αριστερά δεν ήταν πάντα ρεφορμιστική). Από μια ανατρεπτική-αναρχική σκοπιά όμως, σίγουρα οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορεί να συμβαδίζουν με μια – παρωχημένη – αριστερή ιδεολογία που θέλει διεύρυνση του κράτους και του δημόσιου τομέα. Το κράτος ως μηχανισμός είναι μια παρασιτική οντότητα που έχει επιβληθεί και απομυζά την κοινωνία. Είναι η αιτία για σημαντικές ιδεολογικές και ταξικές στρεβλώσεις στην κοινωνική οργάνωση. Με απλά λόγια, ολόκληρη η κοινωνία εξαρτάται από το κράτος και το δημόσιο, ενώ οι εν λόγω στρεβλώσεις υποθηκεύουν το ίδιο το μέλλον της. Διότι ένα μη λειτουργικό ή αναχρονιστικό κοινωνικό σύστημα είναι πολύ περισσότερο ζημιογόνο για τα μέλη του. Αντίθετα, εν μέσω «κρίσης» καταρρέει η ψευδαίσθηση περί δημόσιου αγαθού και πλούτου, περί κοινού συμφέροντος και καλού, που αντιπροσωπεύουν οι θεσμοί. Ενώ το μόνο δημόσιο «αγαθό» που παρέχει απλόχερα το κράτος-δημόσιο μέσω των θεσμών του είναι η εξουσιαστική ιδεολογία. Επομένως, αν το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει ανάγκη από το παλιό δημόσιο, τόσο το καλύτερο για την κοινωνία, αν βέβαια αυτή θέλει να αυτονομηθεί. Να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες και το κενό εξουσίας για να δημιουργήσει και να επιβάλει τους δικούς της αντι-θεσμούς αυτοδιεύθυνσης.
Η ρεφορμιστική (και συντηρητική) αριστερά και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία φέρει ευθύνη για το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, για τη μακροχρόνια ανυπαρξία εναλλακτικών αιτημάτων που απεγκλωβίζουν από τα στερεότυπα, και οφείλει να επαναπροσδιορίσει. Αν είχε μια περισσότερο κριτική και προοδευτική στάση, θα μιλάγαμε υπό άλλες συνθήκες σήμερα. Να ένα, περισσότερο λειτουργικό, αν και μερικό, αίτημα: η απαίτηση των εργαζομένων για επανεκπαίδευση σε νέους τομείς και δημιουργία θέσεων εργασίας, με ανθρώπινες συνθήκες, άρα όχι ανεργία και διασφάλιση ενός ανθρώπινου εισοδήματος. Μήπως θεωρείται λύση στο τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας η πρόσληψη όλων στο δημόσιο; Είναι αριστερό το να διαχωρίζουμε τους εργαζόμενους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα; Υπό ποια άραγε ριζοσπαστική έννοια αρνούμαστε την κοινωνική κινητικότητα; Μήπως δεν είναι ανατρεπτικό το να αλλάζουν δουλειά και απασχόληση οι εργάτες; ή είναι αριστερό – πόσο μάλλον αναρχικό – ο σκουπιδιάρης να μείνει για πάντα στο πόστο του, ο άνθρωπος με «στοιχειώδη γνώση» να μην βελτιώσει τη θέση του και ο «πτυχιούχος» να μην δουλέψει ποτέ στη ζωή του χειρονακτικά; Η εμμονή όμως σε συντεχνιακά και αναχρονιστικά αιτήματα, δεν αφήνει να ξεδιπλωθούν νέοι αγώνες που να βάζουν μια άλλη λογική-προοπτική και έτσι αντί να παλεύουμε ενωμένα για καλύτερες συνθήκες δουλειάς, προσπαθούμε ο καθένας να βελτιώσει ή να αγκιστρωθεί σε μια καλύτερη, συγκριτικά, θέση. Όμως, επειδή βασικά πράγματα δεν έχουν γίνει σε κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο, η μικροαστική και αναχρονιστική στρέβλωση-αγκύλωση της ελληνικής κοινωνίας, όπου συνυπάρχουν σύγχρονα και παρωχημένα στοιχεία καπιταλιστικής κοινωνίας, παράλληλα με στοιχεία επαρχιωτισμού και αγροτο-φεουδαρχικά, μόνο με ένα γεγονός-«σοκ» θα μπορούσε να αποκατασταθεί.
Ίσως λοιπόν κάποιοι αναρχικοί-αντιεξουσιαστές να τάσσονται ανοιχτά ή με έμμεσο τρόπο με το αίτημα «ενάντια στις απολύσεις» στο δημόσιο και με κινήσεις που θεωρούνται ανάχωμα στη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Από τη μια μεριά, αυτό συμβαδίζει με μια διάθεση να ευθυγραμμιστούν με τις λεγόμενες «κοινωνικές αντιστάσεις». Από την άλλη όμως, πώς μπορεί ένας επαναστάτης να ανέχεται μερικά-ρεφορμιστικά αιτήματα για σταθερή δουλειά και ασφάλεια στο δημόσιο; Όσο περισσότερο ζητάς (ας το πούμε και διεκδίκηση) από το κράτος, τόσο περισσότερο αυτό ενδυναμώνεται και διαιωνίζεται, αφού νομιμοποιείται στην κοινωνία. Έτσι, συνεχώς αναβάλλεται το ζήτημα της ολικής ανατροπής και κοινωνικής επανάστασης, που σημαίνει κατάργηση του κράτους και της καπιταλιστικής οικονομίας-κοινωνίας. Στην Ελλάδα τελικά όλα είναι ιμιτασιόν και αυτό πρέπει να σταματήσει. Οι παραδοσιακοί εργατικοί αγώνες και αντιστάσεις (ακόμη περισσότερο, στο δημόσιο) δεν γεννούν ριζοσπαστική συνείδηση. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι εγκλωβίζονται ολοένα και περισσότερο στην ιδεολογία του κρατισμού, παρασιτισμού, συντεχνιασμού.
Ιδιαίτερα σήμερα, βλέπουμε ότι «ο αγώνας και η αντίσταση», με κομβικό σημείο το κίνημα των «αγανακτισμένων» στις πλατείες, συνδέθηκε στον δρόμο με το φαντασιακό της μικρομεσαίας τάξης (η οποία λόγω ιδεολογικής κυριαρχίας, περιλαμβάνει και την εργατική τάξη) και εκκόλαψε το αβγό του φιδιού, τον φασισμό-ναζισμό. Από την άλλη, η άρνηση και αντίσταση έχουν γίνει ψωμοτύρι στα χείλη κάθε «αγωνιστή». Έτσι, χάνουν το νόημά τους που είναι η σε βάθος συνειδητή άρνηση των δομών και της ιδεολογίας του συστήματος και η ριζική αντίσταση στις εξουσιαστικές πρακτικές.    
Άρα, χρειάζεται όπως φαίνεται και η ταξική-ριζοσπαστική συνειδητοποίηση που θα υπερβεί τα μερικά αιτήματα και την εγωιστική-συντεχνιακή διαμαρτυρία για τα κεκτημένα που χάνονται, δημιουργώντας επαναστατικό πνεύμα συναίσθημα και φαντασιακό. Συνεπώς, όταν οι κοινωνικοί-εργατικοί αγώνες αποπνέουν επανάσταση, ελευθερία και αλληλεγγύη, τότε είναι θεμιτοί και πρέπει να ενδυναμώνονται και να ριζοσπαστικοποιούνται ακόμη περισσότερο. Όταν όμως, αντίθετα, αναπαράγουν τον συντεχνιασμό και την κυρίαρχη ιδεολογία, τότε οι επαναστάτες θα πρέπει να έχουν αρνητική, ακόμη και ανταγωνιστική, στάση. Η απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας και της κρίσης θα είναι είτε επαναστατική είτε μεταρρυθμιστική. Οι αμυντικές-συντηρητικές και μεσοβέζικες «λύσεις» επιτείνουν το ιδεολογικό και κοινωνικό αδιέξοδο, το «μπάχαλο» και το «χάος». Έτσι, τροφοδοτούν ως αντίδραση τον φασισμό.  
Για άλλη μια φορά, η κυρίαρχη τάξη προλαβαίνει τους κυριαρχούμενους και φυσικά την αριστερά: αντί να μιλήσουν οι προλετάριοι και οι ριζοσπάστες αγωνιστές για μια νέα στάση απέναντι στη φύση, για την αντίθεση προϊόντος και αγαθού, για τη μιζέρια και τη νεύρωση της κατανάλωσης που χειραγωγεί τους καταπιεσμένους ανθρώπους, βγαίνει μπροστά η εξουσία. Έτοιμη όπως πάντα, μιλάει για αναγκαία λιτότητα, ηθικολογεί μάλιστα με τα δικά της μέτρα για το (υπαρκτό) ζήτημα της ανισορροπίας παραγωγής και ζήτησης-κατανάλωσης σε μια κοινωνία, και άρα της εξάρτησής της. Ενώ επιτίθεται κιόλας και ενοχοποιεί μονομερώς τους εργαζόμενους και τους πολίτες για την παρακμή και τη διαφθορά (που σίγουρα και αυτοί έχουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί). Έτσι διαιωνίζεται η αστική ιδεολογία και το καπιταλιστικό σύστημα.   
12/12/2012
Δημήτρης Φασόλης       


Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η αυτοπραγμάτωση της τάξης



Η αυτοπραγμάτωση της τάξης
Ίσως μια παράδοξη απάντηση στο ζήτημα γιατί η εργατική τάξη δεν επαναστατεί, ώστε να εγκαθιδρύσει ένα νέο (αταξικό) κοινωνικό μοντέλο, να είναι ότι, ακόμη-μέχρι τώρα, δεν υφίσταται μια τέτοια τάξη, αυτή καθαυτήν. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν εργαζόμενοι και ιεραρχικές σχέσεις παραγωγής ή εκμετάλλευση. Επιχειρώντας όμως εδώ μια (προσωπική) ερμηνευτική προσέγγιση της ανάλυσης του Μπουρντιέ, οι τάξεις δεν υπάρχουν πραγματικά, παρά μόνο θεωρητικά, στα χαρτιά των θεωρητικών και των επιστημόνων (π.χ. κοινωνιολόγων). Μέσα από την ανάλυση και περιγραφή των διαφόρων κοινωνικών πεδίων, όπου τα υποκείμενα και οι κοινωνικές ομάδες διατάσσονται με βάση τον άνισο καταμερισμό διαφόρων μορφών κεφαλαίου (οικονομικού, πολιτισμικού, συμβολικού, συνολικού κεφαλαίου) σε διαφορετικές θέσεις, και όπου ανταγωνιστικές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις διαμείβονται ανάμεσά τους για την αύξηση του κεφαλαίου, αναδεικνύονται ή απεικονίζονται, αδρά και διαγραμματικά (πάνω στο φύλλο χαρτιού), «εν δυνάμει» τάξεις. Και όχι «πραγματικές» τάξεις.
Έτσι, οντολογικά η τάξη δεν υφίσταται ως τέτοια, παρά μόνο αν καταφέρει να βιώσει και να συνειδητοποιήσει αυτή τη συμβολική συγκρότησή της στα διάφορα κοινωνικά πεδία. Δηλαδή, να αυτοσυνειδητοποιηθεί και να αναστοχαστεί τη συμβολική διάστασή της. Να πραγματωθεί ως τέτοια και να γίνει τελικά τάξη για τον εαυτό της. Όταν συνεπώς επικρατήσει (ή εδραιωθεί) συμβολικά, τότε θα γίνει τάξη και θα αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα. Γιατί μόνο εφόσον έρθει σε θέση (ερμηνεύοντας και πάλι τον Μπουρντιέ) να λειτουργήσει συμβολικά, να επιβληθεί συμβολικά στο κοινωνικό πεδίο, και άρα να λειτουργήσει πολιτικά, δηλαδή να δράσει κοινωνικο-πρακτικά και πολιτικά, τότε μπορεί να κινήσει πραγματικά την ιστορία στην προοπτική της επανάστασης. Τότε θα αρχίζει να γίνεται τάξη για όλες τις τάξεις, για την απελευθέρωση του ανθρώπου και την έλευση του κομμουνισμού.
Γιατί, όπως αναφέρει ο γνωστός στοχαστής (κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος), «η ταξική εγγύτητα στο κοινωνικό πεδίο δεν γεννά αυτομάτως την ενότητα: αυτό που κάνει είναι να καθορίζει μια αντικειμενική δυνατότητα ενότητας ή, για να μιλήσουμε όπως ο Λάιμπνιτς, μια ‘υπαρκτική αξίωση’ της ομάδας, μια πιθανή τάξη». Έτσι, για να αποκτήσει η εργατική τάξη την αυτοσυνειδησία της και να γίνει πραγματική τάξη,  μια μονάδα, δηλαδή μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ενότητα-οντότητα, θα πρέπει να κατανοήσει και να συνειδητοποιήσει τον ίδιο τον εαυτό της. Που σημαίνει να κατανοήσει τη συμβολική – και, σε τελευταία ανάλυση, υλική και πολιτική – υπόσταση και ύπαρξή της. Μέχρι να γίνει αυτό, δεν θα είναι μια πραγματική τάξη. Αντίθετα, η αστική τάξη έχει φτάσει ιστορικά σε αυτήν την αυτοσυνειδησία και λειτουργεί ιστορικά ως τάξη για τον εαυτό της. Κυριαρχεί συμβολικά σε ολόκληρη την κοινωνικοοικονομική, πολιτική και πολιτισμική σφαίρα και άρα ελέγχει και καθορίζει το παιχνίδι της κοινωνικής εξέλιξης και ταξικής πάλης. Δεν έχει αντίπαλο μέχρι στιγμής.
Πώς λοιπόν θα συγκροτηθεί η εν δυνάμει τάξη, η εργατική, σε πραγματική τάξη; Ακολουθώντας τη σκέψη του Πιέρ Μπουρντιέ: «Μπορούμε να περάσουμε από την τάξη που υπάρχει στα χαρτιά του θεωρητικού στην ‘πραγματική’ τάξη πληρώνοντας μόνον το τίμημα μια πολιτικής εργασίας: η ‘πραγματική’ τάξη, όταν είναι πραγματικά δυνατόν να υπάρξει ως τέτοια, δεν είναι παρά η πραγματωμένη τάξη, δηλαδή η ενεργοποιημένη, που καθορίζει την ταξική πάλη ως μια πάλη καθαρά συμβολική (και πολιτική), ώστε να υπαγορεύσει μια θεώρηση του κοινωνικού κόσμου ή, καλύτερα, έναν τρόπο να τον συγκροτήσουμε, στην αντίληψη και την πραγματικότητα…».
Εμείς θα προσθέταμε, επίσης, ότι η ίδια η συνείδηση, ως προϊόν αυτοσυνειδησίας (πόσο μάλλον συλλογικής αυτοσυνειδησίας), ανα-συγκροτεί και μεταβάλλει την πραγματικότητα, στο βαθμό που η συμβολική δύναμη γίνεται υλική και ιστορική δύναμη μετασχηματισμού και ανατροπής, μέσα από την πολιτική και κοινωνική δράση (νοημένες οι τελευταίες ως συνειδησιακές προεκτάσεις και συμβολικές οντότητες με υλικές συνέπειες) στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η εικόνα του κόσμου εξαρτάται από τη στάση και συνείδηση του παρατηρητή και πώς αυτή τον νοηματοδοτεί. Όχι όμως με μια υποκειμενίστικη-σχετικίστικη έννοια, αφού το υποκείμενο – και η συνείδηση - διαμορφώνεται από την πραγματικότητα, και η πραγματικότητα νοηματοδοτείται από το υποκείμενο με ενεργητικό τρόπο, μέσα σε κάποιο πλαίσιο, εντούτοις.
Η συμβολική διάσταση είναι βαρύνουσας σημασίας και καθοριστική, σύμφωνα με αυτήν την οπτική. Το ίδιο το υποκείμενο, οι ομάδες, οι τάξεις (συλλογικά υποκείμενα) έχουν συμβολική διάσταση. Η διχοτομία υποκειμένου αντικειμένου προσβάλλεται στον Μπουρντιέ, και καταδεικνύονται οι «πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ αντικειμενικών δομών και υποκειμενικών συγκροτήσεων», δηλαδή εικόνων και συνειδησιακών βιωμάτων του εαυτού. Όπως επίσης γίνεται υπέρβαση της αντίθεσης υλισμού-ιδεαλισμού. Όπως λέει ο ίδιος για να αποδώσει αυτή την υπέρβαση: «…Καταφεύγω συχνά να παραθέτω, παραφράζοντας κάπως, την περίφημη ρήση του Πασκάλ: ‘Ο κόσμος με περισυλλέγει και με περιέχει, αλλά τον περισυλλέγω κι εγώ στη σκέψη μου’. Το κοινωνικό πεδίο με απορροφά, δεν είμαι παρά ένα σημείο (σ.σ.: το σημείο εδώ έχει αναλογίες με τη λέξη μέσα στο γλωσσικό σύστημα). Αλλά το σημείο αυτό συνιστά επίσης μια οπτική γωνία, μια αρχή θεώρησης που υιοθετείται από μια μονάδα τοποθετημένη εντός του κοινωνικού πεδίου, μια προοπτική καθορισμένη, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενό της, από την αντικειμενική εκείνη θέση στο πλαίσιο της οποίας και επιλέγεται αυτή η αρχή. Το κοινωνικό πεδίο είναι αναμφίβολα η πρώτη και η έσχατη πραγματικότητα, αφού πάντα παράγει τις αναπαραστάσεις που συσχετίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα».
Εδώ, το υποκείμενο (ως «σημείο») και το αντικείμενο (ως «κοινωνικό πεδίο»), σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση που επιχειρούμε, βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση όπου το ένα εγκολπώνεται μέσα στο άλλο. Ενώ το σύμβολο, ως στοιχείο ή ως συμβολικό σύστημα έχει καθοριστικό-ιδρυτικό ρόλο στη συγκρότηση της πραγματικότητας. Το υποκείμενο είναι «συμπύκνωση» της (κοινωνικής-αντικειμενικής) πραγματικότητας και η πραγματικότητα η νοηματοδότηση που κάνει το υποκείμενο. Η πραγματικότητα, ο κόσμος, δεν έχουν νόημα έξω από τη συνείδηση και τις λειτουργίες της νόησης-σκέψης.
Για να γίνει λοιπόν η εργατική τάξη, τάξη «πραγματική» και για τον εαυτό της, ώστε να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο στην εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας, για λογαριασμό όλων των τάξεων και της ανθρωπότητας, θα πρέπει να έχει βιώσει και μετουσιώσει σε γνώση και συνείδηση, σε συμβολική τάξη την μέχρι τώρα ιστορική εμπειρία της από τη δράση της, από τη συμμετοχή σε αγώνες και εξεγέρσεις, από προτάγματα και εγχειρήματα χειραφέτησης. Αυτό όμως παραπέμπει κατευθείαν στη γνώση και τη μόρφωση, στην αναδόμηση μιας νέας γλώσσας αλλά και τρόπου σκέψης-κατανόησης. Ποιοι όμως θα αναλάβουν ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό έργο;
27/11/2012
Δημήτρης Φασόλης

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ: ΕΓΙΝΕ ΜΟΔΑ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ;



ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ: ΕΓΙΝΕ ΜΟΔΑ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ;
Ζούμε σε ένα θέατρο παραλόγου, σε ένα ζοφερό σκηνικό όπου οι νέοι, οι έφηβοι τα παιδιά βιώνουν ένα αβέβαιο και δυσοίωνο μέλλον, μια ζωή χωρίς νόημα και όραμα. Η ανεργία, η λιτότητα, η ο φορολογική και μισθολογική αφαίμαξη των οικογενειών τους – των γονιών τους – που του φέρνει σε απόγνωση, δημιουργεί αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας.
Από την άλλη, οι νέοι βιώνουν την υποκρισία και την καταπίεση ενός γερασμένου κόσμου, της κοινωνίας των μεγάλων, την καταπίεση της οικογένειας, με τα ανούσια «πρέπει», τον καθωσπρεπισμό, τον συντηρητισμό, την υποτίμηση και την έλλειψη εμπιστοσύνης στην προσωπικότητα, στην αξία και τις ικανότητές των παιδιών τους αλλά και την αδιαφορία, συχνά, απέναντι στα προβλήματα και τις ανάγκες τους. Καθημερινά τα παιδιά και οι νέοι βιώνουν την ταπείνωση, τις στενόμυαλες απαγορεύσεις, την καταστολή της φαντασίας, του αυθορμητισμού και των συναισθημάτων τους, την ματαίωση των ονείρων τους για τη ζωή. Στο σχολείο, στείρα και μηχανιστική απομνημόνευση-παπαγαλία, εξετάσεις και άγχος για στείρες-άχρηστες γνώσεις ή επιφανειακή (λόγω άγχους «να βγει η ύλη») και χωρίς κατανόηση ενασχόληση με αυτές, καθηγητές που δεν νοιάζονται για τις ανάγκες των παιδιών, δεν σέβονται συχνά την προσωπικότητά τους.

Αντιμετωπίζοντας αυτά τα προβλήματα πρόκληση για την πορεία της κοινωνίας και του ανθρώπου, πολλοί νέοι επιλέγουν μια «πανάρχαια» και εύκολη λύση: προβάλλουν όλους τους φόβους και τα κακά του κόσμου στους άλλους, σε αυτούς που έχουν διαφορετικό χρώμα και προέρχονται από άλλες κουλτούρες και γωνιές του πλανήτη: τους μετανάστες. Πρόκειται για αρχέγονα ένστικτα (: Γνωρίζουμε ότι εξελικτικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος μοιάζει στο μεγαλύτερο μέρος του με του ζώου και μάλιστα του ερπετού. Το ανώτερο τμήμα του, η φαιά ουσία, είναι τελευταίο εξελικτικό απόκτημα και είναι η έδρα των ανώτερων νοητικών λειτουργιών και συναισθημάτων). Μπορεί όμως να προοδεύσει μια κοινωνία στηριγμένη στο φόβο και το μίσος; Πόσο μέλλον έχει άραγε;
Έχεις σκεφτεί πώς ζουν οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που έρχονται από άλλα σημεία του πλανήτη μας, για να ζήσουν στη χώρα μας; Το ξέρεις ότι σε πολλές φτωχές χώρες της Ασίας και της Αφρικής οι περισσότερες οικογένειες επιβιώνουν (και όχι ζουν) με 200 δολάρια το χρόνο ή 1 ευρώ την ημέρα; Όσοι βέβαια έχουν την τύχη να βρουν μια δουλειά. Θα ήθελες εσύ να ζεις σε τέτοιες άθλιες-απάνθρωπες συνθήκες; Τι θα έκανες στη θέση τους για να επιβιώσεις εσύ και η οικογένειά σου; Δεν θα ερχόσουν σε μια πιο ήρεμη και αναπτυγμένη χώρα για να βρεις δουλειά και να στέλνεις όσα χρήματα μπορείς στους δικούς σου, πίσω στη χώρα που τους άφησες;
Λένε πολλοί, κι εσύ το πιστεύεις (;), ότι οι μετανάστες ευθύνονται για την εγκληματικότητα. Έχεις ερευνήσει τα επίσημα στατιστικά στοιχεία από διάφορες υπηρεσίες, ακόμη και από την ίδια την αστυνομία; Η εγκληματικότητα είναι μικρότερη από άλλες πόλεις της Ευρώπης αλλά και των μεταναστών δεν είναι πάντα στο μεγαλύτερο ποσοστό. Ενώ και οι Έλληνες παρουσιάζουν ανάλογο ποσοστό εγκληματικότητας. Επομένως, είναι προκατάληψη η άποψη ότι γενικά οι «αλλοδαποί» είναι εγκληματίες. Το έγκλημα γεννιέται από τις συνθήκες ζωής, τη φτώχεια, την αδικία, την ανισότητα. Μπορεί να μην είναι η αποδεκτή στάση, να είναι μια ατομική λύση σε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, ωστόσο δεν παύει να έχει ως αιτία την ταξική δομή της κοινωνίας και την εκμετάλλευση. Κανένας λαός δεν είναι εγκληματίας, δεν το ’χει στα γονίδιά του ή στον χαρακτήρα του. Με την ίδια λογική, αφού διαπράττουν εγκλήματα και «ντόπιοι», τότε όλοι οι Έλληνες είναι κλέφτες και εγκληματίες. Κάτι που βέβαια δεν στέκει λογικά και εμπειρικά. 

Επίσης λένε ότι «οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές». Όμως ούτε αυτό ισχύει, αφού είναι γνωστό ότι οι μετανάστες απασχολούνται σε δουλειές που απεχθάνονται οι Έλληνες. Αν όμως η ανεργία ήταν το ίδιο υψηλή και αντί για μετανάστες ζούσαν στη χώρα άλλα δύο επιπλέον εκατομμύρια «ντόπιοι», τότε θα λέγαμε πάλι ότι δεν χωράνε; Ή θα απαιτούσαμε να αλλάξει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα για να είναι πιο δίκαιο και να εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή για όλους; Να και πάλι που καταλήγουμε λοιπόν στο ότι το ζήτημα-πρόβλημα είναι κοινωνικό-ταξικό.
Ρητορεία και προπαγάνδα: ανοιχτά και καλυμμένα ψέματα
Η φασιστική-ναζιστική έλξη και πειθώ, οφείλεται στην προπαγάνδα και στη ρητορεία. Η ρητορεία στηρίζεται σε λόγια εντυπωσιασμού, σε κινήσεις του σώματος και χειρονομίες που μαγνητίζουν τον ευκολόπιστο ακροατή-θεατή, στο έντονο συναίσθημα και όχι στα πραγματικά γεγονότα, όχι τόσο στα επιχειρήματα και στη λογική όσο σε μια προκατάληψη ή ένα ψέμα το οποίο μετά ίσως αναπτύσσεται και με επιχειρήματα. Αυτό όμως είναι παραβίαση και στρέβλωση των κανόνων του συλ-λογισμού και της λογικής. Είναι εργαλειακή λογική, ένα καλυμμένο ψέμα. Εσύ, ως πρόσωπο, αναλαμβάνεις την ευθύνη να κρίνεις ψύχραιμα και λογικά αυτά που σου λέει ο ρήτορας-προπαγανδιστής και ο προσηλυτισμένος ή δέχεσαι άκριτα και εύκολα τα λόγια των άλλων; Ερευνάς μόνο σου την ιστορία, διασταυρώνεις διαφορετικές πηγές γεγονότων και απόψεις-γνώσεις-θεωρίες;  

Ο φασισμός-ναζισμός (μαζί με τον ρατσισμό-αντισημιτισμό) είναι ότι πιο σκοτεινό υπάρχει αποθηκευμένο-χαραγμένο στο συλλογικό ασυνείδητο του ανθρώπου, από τα βάθη της ιστορίας του. Το πιο βάρβαρο, ακατέργαστο υλικό που είχε σαν κληρονομιά στα πρώτα βήματά του πάνω στη γη και ακόμα παραπέρα: ό,τι πιο ανορθολογικό, ενστικτώδες και αβυσσαλέο υπάρχει βαθιά χωμένο στη μνήμη και την ψυχή του: φόβος για οτιδήποτε δεν γνωρίζει, του φαίνεται διαφορετικό και ούτε και θέλει να μάθει, να κατανοήσει. Και τελικά συμπεριφέρεται επιθετικά, με μίσος και καταστροφική μανία εναντίον του.  Ακατέργαστα λοιπόν ένστικτα, φόβοι και ορμέμφυτα (ασυνείδητες ορμές). Και να  που τώρα, όπως και πριν μισό αιώνα, βγαίνει και πάλι από τον βούρκο της ιστορίας.      
Ο φανατισμός, το μίσος, ο φόβος, το κατώτερο συναίσθημα, μπλοκάρουν τη σκέψη, την ανώτερη νοητική και συναισθηματική λειτουργία του ανθρώπου. Και αυτό συμβαίνει κατά κανόνα σε ανθρώπους που νιώθουν κατώτεροι, είναι φοβισμένοι, δεν έχουν κριτική σκέψη (ή δεν τους την έμαθε κανείς). Βρίσκουν κάτω από την «αγκαλιά» του ηγέτη-αρχηγού, την ταυτότητα της ομάδας, την ασφάλεια και τη σιγουριά, τη δύναμη που νιώθουν ότι δεν έχουν. Δεν λειτουργούν ως ανεξάρτητες και ελεύθερες προσωπικότητες, αλλά κάτω από τις εντολές και τα διδάγματα-ιδέες του αρχηγού. Δεν έχουν αυτοπεποίθηση, παρά μόνο κάτω από την ομπρέλα και τη στοργή του αρχηγού-φύρερ. Ο αυταρχισμός, ο μιλιταρισμός (αξία του πολέμου και του στρατού), ο ολοκληρωτισμός είναι οι αξίες του φασισμού-ναζισμού. Η ομοιομορφία, η ρομποτοποίηση, η λειτουργία της ομάδας σαν μηχανής, όλα αυτά είναι «αξίες» και γνωρίσματα που «ταιριάζουν σε κοπάδια» και όχι σε ελεύθερους και σκεπτόμενους ανθρώπους. Και όπως μας λέει η φιλοσοφία, από την αρχαιότητα ακόμα, ο άνθρωπος είναι ον έλλογο με συνείδηση, δηλαδή με ελευθερία και ορθό λόγο. Διαφορετικά δεν είναι αληθινά άνθρωπος, δηλαδή πραγματωμένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος. 

Τι σκέφτεσαι λοιπόν εσύ για όλα αυτά;
Ο φασισμός, όσο και αν προβάλλεται επιδέξια ως μόδα και αντίδραση στην πεζή πραγματικότητα (ως αντικομφορμισμός) στην ουσία είναι η αποθέωση της ομοιομορφίας και του κομφορμισμού. Οδηγεί στην πλήρη υποταγή του ανθρώπου στην ομάδα, στη λατρεία της μάζας. Όμως η μάζα, ο καθημερινός άνθρωπος, ο κόσμος λειτουργεί με την κοινή λογική που κατά κανόνα σφάλει. Οι πολλοί δεν έχουν πάντα δίκιο, έστω και αν σε μια εποχή φαίνεται σε όλους κάτι σωστό. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Γαλιλαίο: όλοι στην εποχή του πίστευαν ότι  ο ήλιος κινείται γύρω από τη γη. Ποιος όμως είχε δίκιο; Οι πολλοί ή ο ένας;
Μια αναλήθεια, ένα μεγάλο ψέμα του ρατσισμού (η άλλη πτυχή του ναζισμού-φασισμού), είναι ο μύθος περί ανώτερων και κατώτερων ανθρώπων, ανάλογα με το έθνος ή τη φυλή. Εκτός όμως από το ότι το έθνος ή η φυλή είναι έννοιες που είναι κατασκευές της ιδεολογίας (μέσω της γλώσσας, η οποία όταν χρησιμοποιείται κατάλληλα είναι το όχημα-εργαλείο της ιδεολογίας), ο ίδιος ο άνθρωπος ως ον είναι καθολικό-οικουμενικό ή, καλύτερα, συμπαντικό. Είναι μια κοσμολογική κατηγορία, μια αδιάσπαστη ενότητα. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, παρά τις επιφανειακές ή οπτικές διαφορές τους, παρά τους πολλούς πολιτισμούς, έχουν σημαντικές ομοιότητες που τους καθιστούν ένα και το αυτό γένος-μία ουσία. Εξάλλου, μαθαίνουμε από τη σύγχρονη φυσική  ότι οι όλοι οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους συνεχώς, ανταλλάσσοντας ενέργεια και σωματίδια, επηρεάζοντας ο ένας τον άλλον. Δεν υπάρχει καμιά επιστημονική γνώση που να μας υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν βιολογικά μεταξύ τους. Δεν υπάρχει κάτι που να διαφοροποιεί τους ανθρώπους και που να μεταφέρεται μέσω του DNA, το οποίο είναι πανομοιότυπο σε όλους τους ανθρώπους. Κάτω από το δέρμα, είμαστε όλοι φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά. Δεν υπάρχει συνεπώς ανώτερος και κατώτερος άνθρωπος, αυτό είναι αντίθετο στην ουσία και τα καθολικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Πρώτα προκύπτει (υπάρχει) ο «Άνθρωπος», το «Ένα» (1) ως καθολική κατηγορία, και μετά φανερώνονται τα ατομικά, τα ιδιαίτερα, τα διαφορετικά, τα ποικίλα στοιχεία της (εγώ, εσύ, ο Έλληνας, ο Αφρικανός, ο Πακιστανός κοκ.).
Επίσης ο ναζισμός και γενικότερα ο ολοκληρωτισμός σκέφτεται για την πραγματικότητα και την ιστορία με όρους συνωμοσιολογίας. Μόνο έτσι «κατανοεί» και ερμηνεύει τα πράγματα και τα γεγονότα. Οι θεωρίες συνωμοσίας στηρίζονται στην εύκολη ερμηνεία ότι πάντα για μια κατάσταση ή γεγονός φταίνε κάποια ξένα κέντρα που σχεδιάζουν και κατευθύνουν τα πάντα. Είναι όμως δυνατόν να προχωρά έτσι η ιστορία; Κάθε στιγμή, κάθε εποχή είναι αποτέλεσμα ποικίλων και αντίθετων καμιά φορά δυνάμεων και εξελίξεων. Μπορεί να ελεγχθεί από ένα (αόρατο μάλιστα) κέντρο, ομάδα κλπ.;
Σκέψου, ερεύνησε, αμφισβήτησε, δες κριτικά τα πράγματα, μην πιστεύεις εύκολα, να θέτεις συνεχώς ερωτήματα στον εαυτό σου και στους άλλους, ζήσε έντονα, πραγματικά, σκέψου ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα.
Είναι στο χέρι σου να αλλάξεις τα πράγματα, ονειρέψου, οραματίσου, πρότεινε, δράσε, αντιστάσου, ελευθερώσου και βοήθησε να ελευθερωθούν κι οι άλλοι. Πάλεψε για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας, δικαιοσύνης για όλους. Για μια γνήσια παιδεία και γνώση που απελευθερώνει και πραγματώνει την ουσία του ανθρώπου. Αλληλεγγύη, αέρας, ουρανός, ψυχή, φαντασία – όχι σύνορα στις καρδιές και στο μυαλό μας. 
Όλα πια είναι θέμα συνείδησης ή όχι, ελευθερίας ή όχι, αλληλεγγύης ή όχι, Λόγου ή όχι, Ύπαρξης ή όχι, Ζωής ή όχι…

Εσύ, τι επιλέγεις;

 Εκπαιδευτικοί και πολίτες ενάντια στον ολοκληρωτισμό-φασισμό και την εξουσία, για τη γνήσια  παιδεία της ελευθερίας  

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Πίσω από την κοινωνικοπολιτική σκηνή, σκηνοθέτης ο φασισμός



Από το «πραξικόπημα που δεν έγινε» ως τις αγωνιστικές κορώνες του κ. Φωτόπουλου, η απόσταση είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο φαίνεται…αφού,  ο αόρατος «μαέστρος» είναι ο νεοναζισμός.
                 
Πρώτα-πρώτα να μιλήσουμε και πάλι (σύντομα) για την κρίση. Έχει ειπωθεί κατά κόρον ότι η λιτότητα, η ανεργία, αναπτύσσουν συναισθήματα οργής, απελπισίας, απογοήτευσης και τελικά οδηγεί τον κόσμο σε φασιστικές νοοτροπίες, ιδεολογίες και πρακτικές. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο σημερινό ελλαδιστάν. Αν και αυτό το επιχείρημα έχει μια αληθοφάνεια, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και αληθές. Μάλλον είναι ένας απλοϊκός συλλογισμός που αποδίδει στενά και επιφανειακά «ψυχολογικά» χαρακτηριστικά που προβάλλει η κοινή λογική πάνω στον άνθρωπο και τα οποία αναπαράγουν την κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία: ο άνθρωπος χωρίς χρήματα, κατανάλωση και ευημερία γίνεται μισάνθρωπος, κακός και μισαλλόδοξος
Επειδή όμως η κοινή λογική, στο βάθος της, κρύβει μια λογική δομή, αντιλήψεις και ιδεολογήματα όπως τα παραπάνω, φανερώνουν μια βαθύτερη αλήθεια: ο σύγχρονος (νεωτερικός) άνθρωπος, γενικά, είναι σχεδόν απόλυτα εξαρτημένος, ετεροκαθορίζεται ως ψυχοσύνθεση και ύπαρξη από την οικονομική σφαίρα. Άρα, υπό κανονικές συνθήκες, δεν μπορεί να υπερβεί το ταξικό-εξουσιαστικό σύστημα. Γιατί βέβαια, οι εν λόγω οικονομικές συνθήκες εξαθλίωσης ή καταπίεσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν φυσιολογικά στην εξέγερση της συνείδησης και στην επανάσταση για την πραγματική ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, ανθρωπιά και όχι στον σκοταδισμό και την βαρβαρότητα του φασισμού-ναζισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία.
Και εδώ ερχόμαστε στο ζουμί της υπόθεσης: εφόσον η συλλογική και ατομική συνείδηση του ανθρώπου είναι σε ποταπά επίπεδα, οι όποιες αντιδράσεις, διαμαρτυρίες, ξεσπάσματα και εξεγέρσεις οργής και αγανάκτησης, και γενικότερα «ο δρόμος» που ευνοεί την ψυχολογία του όχλου, είναι προδιαγεγραμμένες να παίζουν το παιχνίδι της χρυσής αυγής και κάθε άλλων αβγών και φιδιών. Εθελοτυφλούμε, τυφλωμένοι από την ιδεολογική σκατίλα του κρατισμού και της οχλοκρατίας-εθνικισμού-πατριωτισμού, αριστερού ή δεξιού. Πόση ακόμη αφασία αντέχει ο κόσμος της αριστεράς και του «κοινωνικού ανταγωνισμού»;
Η επανάσταση προκύπτει αναγκαστικά από την θεωρία, ως κάτι υπέρτερο δομικά και ποιοτικά, από την εκάστοτε εξέγερση-αντίσταση. Μότο τότε αναβαθμίζεται η κοινωνική και ατομική συνείδηση, ώστε να υπερβαίνει τις συνθήκες και τους περιορισμούς του περιβάλλοντος. Άρα, χωρίς νέα θεωρία δεν υπάρχει προοπτική κοινωνικής επανάστασης-ανατροπής. Οποιαδήποτε πρακτική ή εγχείρημα (βλ. κοινωνικά δίκτυα, παντοπωλεία, ιατρεία, καταλήψεις κλπ), τότε, μπορεί άνετα να την οικειοποιηθεί η φασιστική-ναζιστική ιδεολογία.
Έτσι, όλοι παίζουν, χωρίς να το καταλαβαίνουν λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων, στο παιχνίδι και με τους κανόνες που έχει ορίσει η ακροδεξιά. Όπως ο κ. Τσίπρας, που μας λέει, ουσιαστικά, ότι οι μικρομεσαίοι καλά κάνουν και κλέβουν-φοροδιαφεύγουν, αφού το κράτος δεν μπορεί να μιλάει για δικαιοσύνη, όταν δεν συλλαμβάνει τους μεγαλοφοροφυγάδες. Όμως, αυτός ο απλοϊκός συλλογισμός αποπνέει ό,τι πιο συντηρητικό, θεωρητικά και ιδεολογικά. Γιατί ιστορικά το ελληνικό κράτος και η εξουσία στηρίχτηκε ακριβώς στο ότι επέτρεπε σε διευρυμένα κοινωνικά στρώματα να απομυζούν τον κοινό πλούτο, για να μπορούν οι «μεγάλοι» να παίζουν το σκοτεινό παιχνίδι τους και να θέτουν τους κανόνες τους.
Συνεπώς, ένα γνήσιο αριστερό αίτημα θα ήταν η καταδίκη της αντικοινωνικής ανομίας και η ηθική-πολιτική επιταγή για συμμετοχή όλων στα φορολογικά βάρη. Με την προϋπόθεση βέβαια, όχι να περιμένουμε πότε θα πληρώσουν οι «πλούσιοι» (κουτοπονηριά του μικροαστού), αλλά να συμπεριφέρονται οι πιο συνειδητοί άνθρωποι παραδειγματικά, ώστε να έχουν το ηθικό δικαίωμα να απαιτούν δυναμικά, με όρους κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, τη συμμόρφωση και των υπόλοιπων πολιτών. Αυτή είναι μια – μη ιδεολογική – λογική επιχειρηματολογία, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, πριν τις όποιες άλλες ιδεολογικές θέσεις ή πρακτικές υιοθετεί κανείς.
Το δε πραξικόπημα που θα μπορούσε να είχε γίνει, είναι μέσα στα ακροδεξιά σχέδια, όπως στο σχέδιο είναι να φτιαχτεί το κατάλληλο κλίμα για τη νομιμοποίησή του στην κοινωνία και τυπικά, αφού ουσιαστικά αυτό ήδη συμβαίνει. Και μια «χύμα» αντιστασιακή πρακτική, χωρίς διέξοδο και προοπτική, καθιστά κρίσιμη την ευθύνη που έχει αναλάβει εκ των πραγμάτων τόσο η αντιπολίτευση όσο και ο ανατρεπτικός χώρος.
Τώρα, μετά από όλα αυτά, δεν είναι και δύσκολο να εξηγήσει κανείς πώς κολλάει και μια συγκεκριμένη κινηματική στάση, όπου γραφειοκράτες συνδικαλιστές, μέσα από τον λαϊκισμό τους αναβαπτίζονται σήμερα ως ήρωες «αντικαπιταλιστές», ως αγωνιστές που θα κάνουν την «επανάστασή» τους. Κολλάνε, γιατί παίζουν στο ίδιο γήπεδο, στο ίδιο παιχνίδι με τους κανόνες που έχει επιβάλλει από πριν ο «μεγάλος αδελφός».
13/10/2012
Φασόλης Δημήτρης

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η γνώση στον καπιταλισμό και η απελευθερωτική απεξάρτησή της από την εξουσία



Καθώς ο καπιταλισμός έχει φτάσει σε ένα πολύ υψηλό στάδιο ανάπτυξης, τόσο ως παραγωγικό όσο και ως πολιτικό (θεσμοί, διοίκηση, κράτος ) και πολιτισμικό (ιδεολογία, επιστήμη, τέχνη, νοοτροπίες, αξίες, συναισθηματικός κόσμος) σύστημα, διέρχεται τώρα από μια φάση σοβαρής κρίσης. Το τελευταίο βέβαια, δεν συνεπάγεται ότι δεν θα ανασυγκροτηθεί-αναβαθμιστεί μέσα από την παρούσα κρίση, ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα την (καταστροφική) εξέλιξή του.
Για τους περισσότερους ανθρώπους ο καπιταλισμός είναι κυρίως – αν όχι αποκλειστικά – ένα οικονομικό και πολιτικό σύστημα, με την κυρίαρχη ιδεολογία να είναι ένα εργαλείο για την αναπαραγωγή του. Έτσι όμως χάνεται από το πεδίο της παρατήρησης και της κριτικής ένα σοβαρό στοιχείο: η ίδια η γνώση και η επιστήμη και ο ρόλος τους στην εδραίωση και αναπαραγωγή της εξουσίας της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος.
Ανέκαθεν, η εκάστοτε κοινωνική τάξη που νεμόταν την εξουσία είχε ως βασική προτεραιότητα να ελέγχει και να καθοδηγεί την εξέλιξη της επιστήμης και της διαθέσιμης γνώσης, με βάση τα ιδιαίτερα (ταξικά) συμφέροντά της. Η γνώση και η θεωρία για τον κόσμο, που παράγεται από την επιστήμη και τη φιλοσοφία, χρησιμοποιούνται από την εξουσία για να αναβαθμίζουν τόσο τις δυνατότητες και τους τρόπους ελέγχου και καταπίεσης των ανθρώπων (π.χ. μέσω της γνώσης για την ψυχολογία ατόμων και ομάδων), όσο και την κυρίαρχη ιδεολογία, διότι διαμορφώνουν την κοσμοεικόνα και τις αναπαραστάσεις για την πραγματικότητα. Έτσι, καθιστούν ευκολότερη και αποτελεσματικότερη την καλλιέργεια συγκεκριμένων νοοτροπιών, ιδεών, αντιλήψεων, αξιών για τον κόσμο, την πραγματικότητα, την κοινωνία και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, στοιχεία που εξυπηρετούν και μεγιστοποιούν την κυριαρχία μιας τάξης στην κοινωνία. Ο απόλυτος έλεγχος της συνείδησης, τελικά, μιας ολόκληρης κοινωνίας (σε πλανητικό επίπεδο, ει δυνατόν) είναι το «όνειρο» κάθε εξουσίας, και αυτό θα μπορούσε να γίνει εφικτό μέσα από μια υποταγμένη επιστήμη στην υπηρεσία της υποδούλωσης του ανθρώπου.
Αρκεί να αναλογιστούμε το πόσο σοβαρά διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα από τις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης: ενώ η κοσμολογία και η σύγχρονη φυσική (αστροφυσική) έχει μια εικόνα ενός τετραδιάστατου σύμπαντος-κόσμου, όπου η τρισδιάστατη εμπειρική «πραγματικότητα» (τα ανθρώπινα και όλα τα άλλα όντα και φαινόμενα) δεν είναι παρά μια θολή και αποσπασματική προβολή του τετραδιάστατου όλου, τα σχολεία διδάσκουν έναν αφελή ρεαλισμό και μια μηχανιστική ερμηνεία του κόσμου, που βολεύει πολύ την εξουσιαστική-ιεραρχική οργάνωση και τρόπο αντίληψης του κόσμου. Ή, ακόμη, δεν μαθαίνουμε ποτέ ότι όλα τα πράγματα, οργανικά και ανόργανα, όλα τα είδη της ζωής, ενώνονται στο ίδιο εξελικτικό «ποτάμι» και ότι δεν υπάρχει κανένα κενό ή απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά όλοι είμαστε αναπόδραστα ενωμένοι και αλληλεπιδρούμε με ποικίλους τρόπους, τόσο μεταξύ μας όσο και με ολόκληρο το σύμπαν. Κάτι που οπωσδήποτε θα διέλυε εξουσιαστικές και ρατσιστικές ιδεολογίες και για αυτό αντιβαίνει τα συμφέροντα αυτών που εξουσιάζουν και εκμεταλλεύονται ολόκληρο τον πλανήτη. Ας σκεφτούμε τι θα συνέβαινε άραγε αν από τις πρώτες τάξεις του σχολείου (από το νηπιαγωγείο ακόμη) οι άνθρωποι γνώριζαν μια τέτοια εικόνα για την πραγματικότητα και τον κόσμο;
Η συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία χιλιάδων χρόνων, κάνει λοιπόν τον καπιταλισμό πανίσχυρο και σχεδόν άτρωτο, αξεπέραστο από κινήματα και ριζοσπαστικά (ακόμα και εξεγερτικά) εγχειρήματα με κατώτερη ή παρωχημένη γνώση και θεωρία, συγκριτικά με τα διεθνή καπιταλιστικά κέντρα σκέψης και διοίκησης-χειραγώγησης του κόσμου. Όποιος κατέχει την καινούρια γνώση και την υψηλή πληροφορία, μπορεί να κατευθύνει τις τύχες των ανθρώπων. Το ζήτημα-διακύβευμα λοιπόν είναι: αυτή η γνήσια γνώση πληροφορία θα είναι στην ιδιοκτησία-υπηρεσία της κυριαρχίας ή θα «ανήκει» στην κοινωνία και στα εγχειρήματα χειραφέτησης-απελευθέρωσης και ανατροπής-δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους (και όταν λέμε όλους εννοούμε όλους);
Με βάση τις προηγούμενες θέσεις («προκείμενες»), προκύπτει αναγκαία ένα συμπέρασμα: ανάμεσα στα «καθήκοντα» ενός ριζοσπαστικού-ανατρεπτικού κοινωνικού κινήματος, προτεραιότητα έχει η απόκτηση και παραγωγής πρωτοπόρας και γνήσιας γνώσης, η καλλιέργεια της επιστήμης στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Εδώ όμως γίνεται σαφές ότι εννοούμε την παραγωγή θεωρίας και αφαιρετικής (καθολικής) επιστημονικής γνώσης ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας, και όχι ενασχόληση με της τετριμμένη πρακτική γνώση ή με την παραγωγή (έστω εναλλακτική) παραγωγή τροφής. Επειδή το ζήτημα δεν είναι η εργαλειακή και μηχανιστική λειτουργία του εξουσιαστικού καπιταλιστικού συστήματος, αλλά οι συνειδησιακές και πνευματικές συνιστώσες και συστατικά του, τα οποία τον συγκροτούν και τον αναπαράγουν.
Οι «υλικές συνθήκες», η «οικονομική βάση» και άλλες παρόμοιες έννοιες που προκρίνουν μια στενά υλιστική θεώρηση του κόσμου και των κοινωνιών, υπό το φως των νέων επιστημονικών εξελίξεων, καθίστανται αναχρονιστικές και ελλιπείς, για να περιγράψουμε, να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Διότι αυτό που λέμε «ύλη», δεν είναι παρά πύκνωση ενέργειας, ενώ η ίδια η ύλη συνεχώς αυτοοργανώνεται σε ανώτερες βαθμίδες που έχουν ιδιότητες ενεργειακές, δηλαδή προσιδιάζουν σε μια πνευματική, άυλη διάσταση του σύμπαντος αλλά και του πιο «οικείου» περιβάλλοντός μας.    
19/9/2012
Δημήτρης Φασόλης

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Πώς η δημοκρατία – ως διαδικασία – υπακούει στα μαθηματικά του χάους;



Εκκινώντας από συλλογισμούς και σκέψεις σχετικά με το ποιοι λόγοι και υπό ποιες διεργασίες καταλύθηκε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και εδραιώθηκε αμέσως μετά ο ναζισμός, και επηρεασμένος από προσωπική έρευνα για τα μαθηματικά του χάους (περιλαμβανομένων στο διαδίκτυο κάποιων παρουσιάσεων και ντοκιμαντέρ για το θέμα), γεννήθηκε η ιδέα ότι όλες αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν παρά μια χαοτική συνθήκη-λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας ως δομής και διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, κάθε μεταβαλλόμενο (σε κίνηση) σύστημα που παρουσιάζει «ευαισθησία στις αρχικές συνθήκες», σύμφωνα με τη Θεωρία του Χάους, από ένα «κρίσιμο σημείο» και μετά αρχίζει να «συμπεριφέρεται χαοτικά», δηλαδή απρόβλεπτα και «μη γραμμικά». Αναλόγως, έτσι και η δημοκρατία, ως υπό εξέλιξη κοινωνικοπολιτικό σύστημα, είναι αναπόφευκτο να εξελιχθεί σε μια χαοτική, μη γραμμική διαδικασία. Γεγονός που έχει να κάνει ακριβώς με τις αρχικές της συνθήκες που συγκροτούν, θα λέγαμε, την έννοια και την ύπαρξη-εφαρμογή της δημοκρατίας.  
Η ίδια η δημοκρατία, έχει εντός της εκείνους τους παράγοντες που οδηγούν στην κρίση και παρακμή της. Αυτό που ονομάσουμε «κρίση», δεν είναι παρά η χαοτική κατάσταση και η αστάθεια, η έλλειψη ελέγχου και πρόβλεψης, η αδυναμία εν τέλει γρήγορης αντίδρασης και διόρθωσης της προβληματικής κατάστασης. Η παραποίηση και πτώχευση των ιδανικών της δημοκρατίας (τόσο στη Βαϊμάρη αλλά με αναλογίες και στο σήμερα), μέσω του συμβιβασμένου, άτολμου και σπαρασσόμενου από ανταγωνισμούς κοινοβουλίου, η «οχλοκρατία», η «μαζική δημοκρατία» και η εν γένει μαζοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ο λαϊκισμός, η φαυλότητα και η διαφθορά, είχαν (και έχουν) ως αποτέλεσμα όλοι να βάλλουν κατά της δημοκρατίας και να επιδιώκουν πολλοί την κατάλυσή της. Το ποια δύναμη (πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική) θα επικρατούσε στη ρευστή εποχή του μεσοπολέμου στη Γερμανία ήταν αβέβαιο και απρόβλεπτο, αλλά το σίγουρο ήταν ότι το εσωτερικά τροφοδοτούμενο χάος θα συμπαρέσυρε τελικά τη δημοκρατία. Λόγω ακριβώς των εσωτερικών αντιφάσεων και αντινομιών της, λόγω των ευαίσθητων αρχικών παραγόντων που τη θέτουν σε κίνηση, τελικά κατέρρευσε.
Ποιες είναι όμως αυτές οι ευαίσθητες αρχικές συνθήκες; Θεωρούμε ότι τα ίδια τα θεμελιώδη συστατικά της, τα οποία και διέπονται από ευαίσθητες αρχικές συνθήκες, που έστω και λίγο αν διαταραχτούν θα προκαλέσουν σταδιακά ανεξέλεγκτες-χαοτικές καταστάσεις, είναι τα εξής: 1) Ο «λαός ή δήμος», όπου πρόκειται για έναν ασταθή παράγοντα, αφού δεν είναι ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο, αλλά αντίθετα συνίσταται σε ετερόκλιτα εγώ-άτομα ή ομάδες, με διαφορετικά συμφέροντα, επιδιώξεις, αντιλήψεις, ιδεολογίες. Η έννοια «λαός» είναι μια κατηγοριοποίηση που προβάλλει μια πλαστή ενότητα, μια μηχανιστική συγκόλληση διαφορετικών υποκειμένων και ομάδων. Για αυτό και έχει γενικώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη συμπεριφορά υπό διαφορετικές περιστάσεις. Επίσης η συμπεριφορά του εξαρτάται από διάφορους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, όπως η μόρφωση και καλλιέργεια, το επίπεδο συνείδησης, πολιτισμικά στοιχεία (πρότυπα, αξίες), το επίπεδο διαβίωσης, περιβαλλοντικοί παράγοντες (μαζικές επιδημίες, καταστροφές), εξωτερικές απειλές κ.ά.
Επίσης, η ίδια η συνθήκη-διαδικασία συμμετοχής (δημοκρατική λειτουργία) όλων ή όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων στην πολιτική πρακτική και στη λήψη αποφάσεων, είναι μια χαοτική κατάσταση από μόνη της, λόγω του ετερόκλιτου όπως είπαμε των επιμέρους υποκειμένων, μια ευκαιριακή συχνά ή περιστασιακή και όχι μόνιμη συγκέντρωση διαχωρισμένων εγώ-ατομικοτήτων. Η οποία όμως συγκαλύπτεται τεχνηέντως κάτω από το δόγμα-πλάνη της δημοκρατικότητας. Και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η συνθήκη είναι χειρότερη και πιο επικίνδυνη, από μια ανοιχτά αυταρχική διακυβέρνηση, γιατί παραπλανά και ναρκώνει τους ανθρώπους, αφού τους πείθει ότι δεν υπάρχει καταπίεση και μονοπώλιο της εξουσίας από μια ολιγαρχία. Βέβαια, η ιδεολογία γίνεται τόσο πιο ισχυρή, όσο εξελίσσεται, ώστε είναι δυνατό, όπως μας έδειξε η ιστορική εμπειρία, αυταρχικά-δικτατορικά καθεστώτα να επιβιώνουν επί μακρόν, νομιμοποιημένα στις συνειδήσεις των ανθρώπων ως φορείς και υπερασπιστές της κομμουνιστικής ιδέας.
Περαιτέρω, ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας  που συγκροτεί τις ευαίσθητες αρχικές συνθήκες στο δημοκρατικό σύστημα, είναι ο οικονομικός, η ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι όσο και αν κάποιες κοινωνικές ομάδες ή τάξεις συνασπίζονται κάτω από ένα μίνιμουμ κοινό συμφέρον, με άλλα λόγια, συγκλίνουν και συμμαχούν σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, ευημερίας και ομαλότητας, γιατί έτσι εξυπηρετούνται καλύτερα τα επιμέρους οικονομικά και ιεραρχικά συμφέροντα και επιδιώξεις σε κάθε εποχή, ωστόσο σε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας, οι αντιθέσεις και τα συγκρουόμενα συμφέροντα οξύνονται και βγαίνουν στην επιφάνεια. Λειτουργούν έτσι διαλυτικά, χαοτικά για το δημοκρατικό σύστημα. Αλλά ακόμα και αν σε ομαλές συνθήκες πλατιά κοινωνικά στρώματα και τάξεις πιστεύουν ειλικρινά στη δημοκρατική ιδέα-ιδανικό, λόγω ακριβώς της ομαλότητας και ευημερίας, σε συνθήκες ανισορροπίας αυτή η ιδέα και συνθήκη διαρρηγνύεται, θρυμματίζεται, καθώς οι οικονομικές συνθήκες διαμορφώνουν αποφασιστικά τις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Αποφασιστικής σημασίας, και σε άμεση σύνδεση με το οικονομικό-παραγωγικό μοντέλο μιας κοινωνίας, είναι και το ενεργειακό μοντέλο της. Το πώς και ποιες μορφές ενέργειας χρησιμοποιεί στην οικονομία και την παραγωγή μια κοινωνία, πώς ανταλλάσσει ενέργεια με το περιβάλλον και σε ποιο βαθμό το επηρεάζει και με ποιες συνέπειες, καθορίζει την εν γένει οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Όταν το περιβάλλον (όχι το ίδιο στην πραγματικότητα, αλλά οι σχέσεις ανθρώπινου συστήματος και περιβάλλοντος) γίνεται δυσλειτουργικό και δεν μπορεί να τροφοδοτήσει με χρήσιμη ενέργεια (και άρα αποτελεσματικά) την παραγωγική μηχανή, τότε έχουμε επιβράδυνση της παραγωγής, οικονομική δυσπραγία, πτώση των καινοτομιών και των επενδύσεων, ύφεση, οικονομική κρίση. Αυξάνεται με άλλα λόγια η εντροπία του περιβάλλοντος με άμεσες και έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την χαοτική λειτουργία του συστήματος περιβάλλον-άνθρωπος, γεγονός που επηρεάζει αποφασιστικά και την συλλογική συνείδηση, τις αντιλήψεις για τα πράγματα και τα κοινωνικά φαινόμενα, προκαλεί άγχος, ανασφάλεια, συντηρητικά και αντιδραστικά (οπισθοδρομικά) σύνδρομα και νοοτροπίες, όπως καταστροφολογία, απαισιοδοξία, μπλοκάρισμα στη σκέψη και τη δράση των ανθρώπων, ξενοφοβία, ρατσιστικές και φασιστικές αντιλήψεις.
Δηλαδή πρόκειται για μια σημαντική διαταραχή στο σύστημα, μια ασταθή, απρόβλεπτη και χαοτική, σε τελευταία ανάλυση, κατάσταση. Συνήθως τη λέμε «κρίση», και βλέπουμε ότι σήμερα είναι πολύ βαθιά και παγκόσμια, που μάλλον μας υπερβαίνει ως υπάρξεις, εκτός και αν πράξουμε πραγματικά συλλογικά, συνειδητά και ενωτικά, όλη η ανθρωπότητα ως οικουμενική οντότητα. Γιατί για να αλλάξει αυτή η συνθήκη και να λειτουργήσει ομαλά η δημοκρατία, ώστε να εξελιχθεί σε ανώτερες και πιο πολιτισμένες (ολοκληρωμένες) μορφές (αταξικές), για να απομακρυνθεί από τους παράγοντες και τις καταστάσεις του χάους, θα πρέπει να γίνουν εγγενείς ριζικές αλλαγές στους αρχικούς παράγοντες και τα στοιχεία που τη συγκροτούν. Αν θεωρήσουμε ότι εξωτερικές παρεμβάσεις, όπως βελτίωση της διαχείρισης ή διοίκησης του δημοκρατικού συστήματος, τα διάφορα διοικητικά μέτρα κλπ. μπορούν να διορθώσουν την κατάσταση, τότε έχουμε κάνει σοβαρό λάθος. Οι εξωτερικές-μηχανιστικές παρεμβάσεις, π.χ. από μια κυβέρνηση, όχι μόνο δεν επαρκούν, αλλά, αντίθετα, μπορούν να προκαλέσουν περισσότερο χάος, σύμφωνα με τα μαθηματικά του χάους.
6/9/2012
Δημήτρης Φασόλης  

Όταν ο καπιταλισμός γίνεται ορκισμένος αντίπαλος του μέλλοντος…

Τα πράγματα δείχνουν ότι το μόνο που μπορεί να υποσχεθεί το εξουσιαστικό σύστημα είναι το ολοκληρωτικό αδιέξοδο, λόγω της ταξικής «ιδιορρυθμίας» στην ιστορία.
Τα αλλεπάλληλα γεγονότα στην σύγχρονη τραγωδία που αποκαλείται «οικονομική κρίση», οδηγούν την ανθρωπότητα σε ένα αβέβαιο-ζοφερό μέλλον κατάρρευσης του κυρίαρχου μοντέλου πολιτισμού και αναπαραγωγής της ζωής. Από την άλλη όμως, ταυτόχρονα ελπιδοφόρου, γιατί ανοίγονται νέοι ορίζοντες, δυνατότητες και προοπτικές για πρόοδο, για ένα καλύτερο και δικαιότερο ανθρώπινο σύστημα.
Αυτό όμως δεν παρά να εξαρτάται από τη δημιουργική παρέμβαση των υποκειμένων στην ιστορία και τη συγκυρία. Καθώς διαφαίνεται πλέον και για τον πιο αδαή ότι οι επίσημες-καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις και οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να λύσουν τέτοια βαθιά και πλανητικής έκτασης προβλήματα. Εδώ δεν μπορούν να λύσουν τόσο καιρό προβλήματα και διακηρυγμένους στόχους τους όπως η μείωση της παγκόσμιας φτώχειας και η επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος ή των παγκόσμιων λοιμών. Όπως επίσης, δεν μπορούν να διοικήσουν την οικονομία και την παραγωγή, ε έναν ορθολογικό και με βάση το κοινό καλό τρόπο, οι βασικοί υπεύθυνοι για αυτό, οι φορείς της οικονομικής δύναμης και ελέγχου οι αστοί-καπιταλιστές και οι πολιτικοί γραφειοκράτες (σύμβουλοι, επίτροποι, υπουργοί, επικεφαλής κρατών κλπ). Η κρίση είναι τόσο βαθιά, που η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα χέρια τους.
Γιατί όμως δεν μπορούν να δώσουν λύση οι θεωρούμενοι ως κατεξοχήν υπεύθυνοι και αρμόδιοι – λόγω του κύρους και της θέσης τους – για τέτοια ζητήματα; Μα γιατί οι ίδιοι ακριβώς είναι μέρος του προβλήματος που προσπαθούν να διαχειριστούν και να λύσουν. Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή, οι συνθήκες σε μια ταχύτατα μεταβαλλόμενη και ρευστή εποχή απαιτούν ριζικές αλλαγές στη νοοτροπία, στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, νέες προτεραιότητες και ριζικό επαναπροσδιορισμό σε ηθικό-αξιακό, ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό επίπεδο. Πώς μπορούν να γίνουν φορείς τέτοιων αλλαγών αυτοί οι παραδοσιακοί μηχανισμοί εξουσίας, συμφερόντων και σκουριασμένων ιδεών-αξιών; Από την άλλη, τα γεγονότα και οι καταστάσεις που βιώνουμε, και τα οποία έχουν καταλυτικές επιδράσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, σε όλα τα επίπεδα της ανθρωπολογικής σφαίρας, μπορούν να οδηγήσουν σε ραγδαίες και ριζικές αλλαγές στη συλλογική συνείδηση, αλλαγές οι οποίες διαπερνούν κοινωνικά στρώματα και ομάδες συμφερόντων ή εξουσίας.
Πρόκειται για μια διαπίστωση που, ομολογουμένως, ίσως αρχικά αντιδρά κανείς καχύποπτα και προκατειλημμένα, αλλά σίγουρα όλο και περισσότεροι το διαισθανόμαστε ή ακόμα το βλέπουμε αμυδρά να συμβαίνει, σε μεμονωμένα έστω παραδείγματα. Για αυτό πρέπει να είμαστε συνεχώς με ανοιχτά τα μάτια και το μυαλό, για να δούμε τέτοιες εξελίξεις και να αναπροσανατολίσουμε τη στάση μας. Σε μια εποχή που το ιστορικό εξουσιαστικό σύστημα καταρρέει, όλα, ακόμα και τα πιο παράδοξα και παράξενα – δυσάρεστα ή ευχάριστα, θετικά ή αρνητικά – μπορούν να συμβούν και οι άνθρωποι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι, να τα περιμένουμε και να δράσουμε ανάλογα.
Στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες η ανισότητα, η αδικία, η ανελευθερία εξακολουθούν να επιβιώνουν από τα παλαιότερα ιστορικά (ταξικά) καθεστώτα, μέσα σε μοντέρνο περιβάλλον. Τέτοιες βαθιές και κάθετες ανισότητες, τόσο έντονες ασυμμετρίες και «αρρυθμίες» στην κοινωνική οργάνωση, που παράγει  το ταξικό (καπιταλιστικό) σύστημα, είναι λογικό να επιφέρουν δομικές κρίσεις και έντονες αναταράξεις σε όλους τους τομείς της συλλογικής και ατομικής ζωής. Ο απόλυτος ορισμός της κρίσης, δηλαδή. Αυτές οι ανισομέρειες είναι πολύ πιο εξόφθαλμες και διογκωμένες σε καπιταλιστικά κράτη-χώρες που συνιστούν ιδιαιτερότητες ή παράδοξα σε σχέση με το «μητρικό» πρότυπο-μοντέλο της καπιταλιστικής μητρόπολης (αναπτυγμένης Δύσης).
Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι χώρες του «νότου», με εξέχουσα περίπτωση αυτή της Ελλάδας. Εδώ, όπου κάποιοι δεν έχουν τα στοιχειώδη για επιβίωση, ενώ άλλοι δηλώνουν μηδενικό εισόδημα με εκατομμύρια καταθέσεις. Άλλοι «ανάπηροι» με διπλές δουλειές, πλας τα επιδόματα, και άλλοι άρρωστοι ή ανάπηροι που αργοπεθαίνουν και ταλαιπωρούνται στα «δημόσια» ιδρύματα «υγείας». Πολλοί «άνεργοι» με δύο (τουλάχιστον) δουλειές, και κάποιοι, ίσως και λιγότεροι, άνεργοι, εξαθλιωμένοι, ανασφαλείς υποαπασχολούμενοι με το ζόφο και το φόβο για το μέλλον των οικογενειών τους. Βλέπετε, στο ελλαδιστάν, οι παραοικονομία είχε μέχρι πρόσφατα τέτοια έκταση (σχεδόν το 50%), ώστε είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία.
Και ο κατάλογος συνεχίζεται: Από τη μια μεριά, δημόσιοι υπάλληλοι και «εκπαιδευτικοί» που γκρινιάζουν γιατί τους στερούν λίγες ώρες από τις αργίες ή τις παρατεταμένες διακοπές τους (απαιτώντας μάλιστα σεβασμό από την κοινωνία για το «λειτούργημά» τους). Και από την άλλη κολασμένοι που δουλεύουν δεκαπέντε ώρες την ημέρα για ένα «μεροκάματο», αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι, εξαιρέσεις, που προσπαθούν να προσφέρουν μέσα από την εργασία τους, έχοντας έναν προσωπικό αξιακό κώδικα, ενάντια στο ρουσφέτι και το βόλεμα. Από τη μια μεριά, γραφειοκράτες, σύμβουλοι, κρατικοί υπάλληλοι, αεριτζίδες, ελεύθεροι επαγγελματίες, επιτηδευματίες και εισοδηματίες (η πρωτοτυπία στους όρους προκαλεί έκπληξη), με τεράστια εισοδήματα που αποκρύβουν και άλλα τόσα προνόμια. Και από την άλλη μεριά, πραγματικοί προλετάριοι που ούτε έχουν ούτε μπορούν να κρύψουν τίποτε από τις εισπρακτικές «υπηρεσίες» του κράτους.
Η τεράστια μάζα των «πολιτών» , προσκολλημένοι (και μπλεγμένοι ταυτόχρονα) στα γρανάζια της εξουσίας, της γραφειοκρατίας, του βύσματος, με το φακελάκι στο χέρι, άπειρα λαμόγια, δηλαδή μικροί, μεσαίοι και μεγάλοι μαφιόζοι, που απομυζούν τον δημόσιο πλούτο και αναπαράγουν τα πιο χαμερπή εγωιστικά ένστικτα του ανθρώπου. Φυσικά, όλους αυτοί τρέφονται από – και τρέφουν – ένα φαύλο πολιτικό καθεστώς, το οποίο ενθαρρύνει τέτοια αντικοινωνικά φαινόμενα διαφθοράς και σήψης, μέσα από ένα εθιμικό και θεσμικό πλαίσιο-κίνητρο κραυγαλέας και συστηματικής ατιμωρησίας.
Η «κρίση» ωστόσο δημιούργησε ρωγμή σε αυτή τη μίζερη εικόνα, αυτήν την τεράστια μικροαστική-ιδεολογική πλάνη, αποκάλυψε την τεράστια παρακμή. Και, από αυτήν την άποψη, είναι κατά βάθος επαναστατική. Επομένως, μιλάμε για μια εσωτερική κρίση, που πηγάζει από τις ίδιες τις δομικές αντιφάσεις του ελληνικού παραδείγματος, ως ιδιαιτερότητας, παράλληλα με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση.
Η κτυπημένη και ξεζουμισμένη μικροαστική τάξη βγαίνει τώρα στο προσκήνιο αντιδρώντας ανακλαστικά στην καταστροφή και συρρίκνωσή της, με στόχο την εκδίκηση, ως τάγματα εφόδου και φασιστικές ορδές, μαζί με όλον τον παραπάνω συρφετό των λαμόγιων-μαφιόζων. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να αντιδράσει διαφορετικά, σε μια προοδευτική κατεύθυνση, στο βαθμό που ιστορικά οι μικροαστοί εξαρτώνται πάντα από τη συμπεριφορά της αστικής τάξης, και συγκυριακά μόνο από την εργατική τάξη. Γενικά, η μικρομεσαία τάξη είναι ιδεολογικά βαθιά αντιδραστική. Βιώνουμε λοιπόν σήμερα τον συντηρητισμό και την αντιδραστική αναδίπλωση μεγάλου κομματιού της στρεβλής, ιστορικά, ελληνικής κοινωνικής οργάνωσης, σε συνδυασμό με την γενικότερη κρίση. Μένει να αναδειχθούν θεωρητικά και πρακτικά, οι αντίρροπες ελπιδοφόρες δυνάμεις.
14/8/2012
Δημήτρης  Φασόλης

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Το αίμα νερό δεν γίνεται, ούτε και παίρνει ταμπέλες


Το αίμα είναι ίδιο σε όλους τους ανθρώπους, δεν υπάρχει αίμα ελληνικό ή οποιοδήποτε άλλο που να διαφοροποιεί τους ανθρώπους. Κάτι κοινότοπο και πασίγνωστο, ωστόσο για τους υπάνθρωπους με IQ ραδικιού νεοναζί, μάλλον είναι κάτι που υπερβαίνει την αντίληψή τους. Το ανεκδιήγητο αίτημα της χρυσής αυγής για  «ελληνικό» αίμα είναι μια καλή αφορμή για να δειχτεί πόσο παράλογος και αποτροπιαστικός είναι ο φασιστικός-ρατσιστικός λόγος. Πιο αντιεπιστημονική, άλογη και εκτός πραγματικότητας άποψη, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, γεγονός που τους απομυθοποιεί, αν όχι τους γελοιοποιεί.  
Το αίμα είναι ένα θεμελιακό συστατικό στοιχείο του ανθρώπου, που όμως δείχνει και την καθολική-οικουμενική ουσία του. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία, φυλή, χρώμα είμαστε το ίδιο πράγμα, ένα και το αυτό είδος, χωρίς διακρίσεις. Άρα άξιοι να λεγόμαστε άνθρωποι μόνο όταν φερόμαστε ως τέτοιοι, δηλαδή αλληλέγγυα, ισότιμα και δίκαια προς όλους τους συνανθρώπους μας, ιδιαίτερα τους πιο αδύναμους, τους βασανισμένους αυτής της ζωής, τους απόκληρους και τους κολασμένους, τους ικέτες και τους «άθλιους». Βέβαια, για τους «πρωτόγονους» ακόμη – δηλαδή ταξικούς – πολιτισμούς που στηρίζονται σε παρωχημένες ταυτότητες (έθνος, τόπος, πατρίδα, συγγένεια κλπ), το αίμα είναι σύμβολο της συλλογικής ταυτότητας, της κοινής καταγωγής και της καθαρότητας της φυλής. Όλες αυτά δεν είναι άλλο βέβαια από πολιτισμικές κατασκευές, δηλαδή ιστορικά διαμορφωμένες ιδεολογίες και έννοιες, ενώ καθόλου σχέση δεν έχουν με κάποια σταθερή και αναλλοίωτη «ουσία» ή χαρακτηριστικό.
Ο μύθος-(αυτ)απάτη του ιδιαίτερου-ξεχωριστού αίματος ξεμπροστιάζει τα ανεγκέφαλα ανθρωποειδή που, επειδή είτε δεν γνωρίζουν είτε το αποκρύβουν, αποκαλύπτουν σε οποιονδήποτε μπορεί να σκεφτεί στοιχειωδώς πόσο κάλπικες, μισάνθρωπες και επικίνδυνες είναι οι «ιδέες» τους. Είναι καιρός λοιπόν να μπουν μια και καλή στο αραχνιασμένο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» ή, ακόμη καλύτερα, στον «σκουπιδοτενεκέ» της ιστορίας. Επίσης, είναι γνωστό από την επιστήμη της βιολογίας ότι, ανάμεσα σε ζώα του ίδιου είδους, υπάρχει μεγαλύτερη διαφοροποίηση στο γενετικό υλικό τους (DNA), απ’ ό,τι ανάμεσα σε διαφορετικά είδη ζώων. Και ότι, αναλόγως, μπορεί να μοιάζουν γενετικά περισσότερο ένας Έλληνας π.χ. με έναν Αφρικανό, παρά δύο Έλληνες μεταξύ τους.
Πώς αλλιώς να σκεφτούν και να μιλήσουν, τι άλλο να πράξουν τέτοια όντα που δεν ξέρουν τι πάει να πει και δεν έχουν καμία αίσθηση της Ελευθερίας (ούτε βέβαια της ισότητας, της δικαιοσύνης και αλληλεγγύης); Γιατί η ελευθερία είναι το άνοιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης στο όλον, στο καθολικό, στον κόσμο. Στο ρίσκο και στην έρευνα του άγνωστου, στην εξερεύνηση, στην περιπέτεια, στο ταξίδι. Είναι το πέταγμα της φαντασίας πέρα από όρια, σύνορα, ιδιοκτησία, εξουσία, ιεραρχία, κατακερματισμό, εγωισμό-ιδιωτισμό, από ταυτότητες και συμφέροντα που κατακερματίζουν την ευτελίζουν την ουσία του ανθρώπου. Που την λεπταίνουν, την αλλοιώνουν, που μικραίνουν το πνεύμα και την ψυχή, σκιάζουν τη σκέψη, εξαφανίζουν την αξιοπρέπεια. Ελεύθερη συνείδηση σημαίνει σύνδεση και άνοιγμα στο περιβάλλον, στη φύση, αλλά και πέρα από τη Γη, στο αχανές διάστημα, στο συμπαντικό κενό, εκεί όπου χάνεται η αίσθηση του εγώ, του εαυτού και βιώνεται δυνατά και με πάθος η ένωση με την ίδια την ύπαρξη, την ουσία, το όλον.
Όταν λοιπόν τόση φαιά ουσία, ενέργεια και χρόνος καταναλώνεται για να επιβάλλεται ένας άνθρωπος πάνω στους άλλους, να τους καταπιέζει, να τους εκμεταλλεύεται, να τους βασανίζει. Αλλά και να τους εξαπατά, μέσω της μαζικής πλύσης εγκεφάλου που συντελείται στα σχολεία, στην πολιτική σφαίρα, από τα ναρκωτικά του θεάματος και της διασκέδασης-αποχαύνωσης. Τότε απέχει πολύ από το να είναι πραγματικός άνθρωπος-είναι η άρνηση του ανθρώπου. Είναι περισσότερο ένα «έκπτωτο» καταστροφικό ον ή μια μηχανή προγραμματισμένη για να καθυποτάσσει. Όντα που η δουλειά τους ή η επιχείρησή τους (και συχνά έχουν υπέρογκα κέρδη) είναι η υποταγή της συνείδησης και το σβήσιμο της μνήμης (της ιστορίας, τους ίδιους του συναισθήματος και την ανάμνησης του όποιου βιώματος, έστω και παροδικού, ελευθερίας, αγάπης και αλληλεγγύης), είναι ένα λάθος της ιστορίας (όπως εξάλλου και το ταξικό-εξουσιαστικό σύστημα), ένα όνειδος για την ανθρώπινη ύπαρξη και συνείδηση.
Και ως κάτι κάλπικο, ως καρικατούρα του ανθρώπινου είδους, οι θιασώτες και οι ειδικοί της κυριαρχίας – της εκμεταλλευτικής εξουσίας και του ολοκληρωτισμού-σκοταδισμού, του κάθε φασισμού-ρατσισμού – δεν μπορεί παρά το ίδιο το μέλλον (η Ιστορία) να απεργάζεται την εξαφάνισή τους και ταυτόχρονα την θριαμβευτική άνοδο της ελεύθερης ανθρώπινης συνείδησης, της ελεύθερης και ενωμένης ανθρωπότητας.  
ΥΓ: Σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα αποδιαπόμπευσης, πογκρόμ και (έστω και απόπειρες) λιντσαρίσματος εναντίον μεταναστών, και ανάμεσά τους ατόμων που φέρονται να έχουν διαπράξει εγκληματικές πράξεις, αυτό που είναι γνωστό από την κοινωνική (ή ατομική) ψυχολογία αλλά και από την ιστορική εμπειρία, είναι ότι εν πολλοίς πρόκειται για πράξεις υποκρισίας, πέρα από το γενικευμένο και ρατσιστικό μίσος που αναπαράγουν. Έχει καταδειχθεί ιστορικά και επιστημονικά ότι τέτοιες ενέργειες του όχλου, της μάζας αποκρύβουν και λειτουργούν ως υποκατάστατο νευρώσεων ή ψυχώσεων και απωθημένων παρορμήσεων που μετατρέπονται σε διαστροφές. Έτσι, όσοι καταγγέλλουν με μένος, συμμετέχουν σε πράξεις συλλογικής βίας και διαπόμπευσης ατόμων, διόλου δεν αποκλείεται να διαπράξουν τα ίδια εγκλήματα ή και χειρότερα, σε ομάδες ή άτομα που θεωρούν υποδεέστερα, υπεύθυνα αυτά τα ίδια για την υποδεέστερη ή κατώτερη θέση τους και τελικά για τη θυματοποίησή τους, λόγω κάποιων «αρνητικών» και εξοβελιστέων χαρακτηριστικών, όπως φυλετικών, ηθικών, κοινωνικο-ταξικών, διαφορετικών ιδεολογικών στάσεων και συμπεριφορών κλπ.
Τέτοιες πρακτικές λοιπόν ρατσιστικού μίσους και ηθικού πανικού, είναι ένα πολύ καλό άλλοθι για να αποκρύβονται ανάλογες ή απεχθέστερες και απάνθρωπες πράξεις, συχνά σε μαζική κλίμακα, όπως φασιστικές πρακτικές ή γενικότερα φαινόμενα κοινωνικού αμοραλισμού και κοινωνικού κανιβαλισμού-εκδικητικότητας. Ενώ, από την άλλη, δεν λύνουν κανένα κοινωνικό πρόβλημα, όπως η εγκληματικότητα, αφού δεν αντιμετωπίζονται οι γενεσιουργές αιτίες του, που συχνά είναι οι ίδιες που υποτίθεται αποτελούν μέρος της «λύσης» του, όπως ο ατομισμός-αποξένωση, ο ανταγωνισμός, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, η ξενοφοβία, η συλλήβδην καταδίκη και καχυποψία ή άρνηση του διαφορετικού (νοοτροπία, συμπεριφορά), τα πογκρόμ μίσους και η ανυποληψία και απαξίωση των κολασμένων αυτής της κοινωνίας, όπως είναι οι μετανάστες. Και φυσικά, το κύριο αίτιο είναι το ταξικό-εκμεταλλευτικό σύστημα, ο καπιταλισμός. Για αυτό και η καταστολή, η αστυνόμευση και η φύλαξη των συνόρων δεν λύνουν το πρόβλημα, το οποίο θα διαιωνίζεται όσο υπάρχει η φτώχεια και η ανισότητα. Εδώ μεγάλα κράτη όπως οι ΗΠΑ, με υπερσύγχρονα μέσα ελέγχου και αστυνόμευσης και δεν έχουν λύσει το ζήτημα της εισροής στα σύνορά τους κολασμένων από τους μη-τόπους της αθλιότητας (π.χ. Μεξικό).
8/8/2012
Δημήτρης Φασόλης   

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Ναζισμός, ιστορική μνήμη και ο ρόλος των «απλών ανθρώπων»


Η ιστορική εμπειρία από το ναζιστικό φαινόμενο στη Γερμανία μας διδάσκει ότι οι «απλοί άνθρωποι», με το πρόσχημα ότι εκτελούν διαταγές, έκαναν ειδεχθείς πράξεις και εγκλήματα, για τα οποία ένιωθαν ευχαρίστηση. Διάφορα επιστημονικά πειράματα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, από το τέλος του πολέμου έως σήμερα, επιβεβαιώνουν αυτό το σκοτεινό ένστικτο του ανθρώπου που προκαλεί ηδονή από τον πόνο και τα βασανιστήρια πάνω σε άλλον άνθρωπο. Ένα σεβαστό αριθμητικά τμήμα της ελληνικής κοινωνίας ίσως έχει ξεπεράσει αυτό το όριο και ήδη φλερτάρει με το σκοτάδι. Άρα έχει κάνει μια συνειδητή επιλογή.

Το ζητούμενο είναι τι κοινωνικές αντιστάσεις υπάρχουν ως αντίπαλο δέος στην προηγούμενη στάση. Το θεμιτό είναι να μετουσιωθούν, μέσα από τον ορθολογισμό και τον επιστημονικό λόγο (που είναι λάθος να θεωρούμε ότι δεν εμπεριέχει συναίσθημα – ακόμα και ιδεολογία – αλλά σαφώς ανώτερα, σε αντιδιαστολή με τα κατώτερα συναισθήματα και ένστικτα που γεννά ο λαϊκισμός-φασισμός και ο δογματισμός-φανατισμός), σε δύναμη διαφωτισμού και αναμόρφωσης σε υψηλότερα επίπεδα της ατομικής και συλλογικής συνείδησης. Η φωτεινή εκείνη συνείδηση που θα κοιτάει απευθείας στον ουρανό, θα προδιαγράφει και προαναγγέλλει την παγκόσμια αταξική κοινότητα, αδελφοσύνη και ελευθερία για όλη την ανθρωπότητα.  

Η κόπωση της μνήμης των Γερμανών:
Ο αμερικανός ιστορικός Κρίστοφερ Μπράουνινγκ μιλάει για την εξόντωση των εβραίων και για τη συμπεριφορά της γερμανικής κοινωνίας σήμερα.
  
Του  Μάρκου Καρασαρίνη στο ΒΗΜΑ  13/05/2012

Στιγμιότυπο από μαζικές συλλήψεις εβραίων στη ναζιστική Γερμανία. Σύμφωνα με τον Κρ. Μπράουνινγκ «χρειάστηκε να περάσει μια γενιά για να έρθει η πλήρης συνειδητοποίηση της σημασίας του Ολοκαυτώματος ως κεντρικού γεγονότος της ευρωπαϊκής ιστορίας»

 «Χρειάστηκε να περάσει μια γενιά για να έρθει η πλήρης συνειδητοποίηση της σημασίας του Ολοκαυτώματος ως κεντρικού γεγονότος της ευρωπαϊκής ιστορίας, όχι ως μιας σαδιστικής απόκλισης που προκάλεσαν μερικοί τρελοί. Χρειάστηκε μια γενιά που μεγάλωσε στον κόσμο μετά το Άουσβιτς, μετά τη Χιροσίμα, να το αποδεχθεί ως μέρος της Ιστορίας της» είναι το πρώτο πράγμα που θέλει να τονίσει ο Κρίστοφερ Μπράουνινγκ.

Καθηγητής Ιστορίας στην έδρα Φρανκ Πόρτερ Γκρέιαμ του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας, ο Μπράουνινγκ ερευνά εδώ και 35 χρόνια τις μείζονες πτυχές της εξόντωσης των εβραίων της Ευρώπης από το ναζιστικό καθεστώς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταξύ 1941 και 1945. Μεταξύ των γνωστότερων βιβλίων του συγκαταλέγονται τα Ordinary Men: Reserve Police Battalion 101 and the Final Solution in Poland (εκδ. Harper Collins, 1992), The Origins of the Final Solution: The Evolution of Nazi Jewish Policy, September 1939 - March 1942 (εκδ. University of Nebraska Press, 2004) και Remembering Survival: Inside a Nazi Slave-Labor Camp (εκδ. W. W. Norton & Co., 2010). Ως μία από τις μεγαλύτερες αυθεντίες επί του ζητήματος, μας μιλά στα 70 χρόνια από την εντατικοποίηση της «Τελικής Λύσης» την άνοιξη του 1942 για τους αντιπροσώπους της ναζιστικής ελίτ που τη συνέλαβαν, τους «συνηθισμένους Γερμανούς» που την εξετέλεσαν και τους κληρονόμους τους που βιώνουν την «κόπωση» της μνήμης τους.

Πώς και πότε προέκυψε η «Τελική Λύση» ως πρόγραμμα εξόντωσης των εβραϊκών πληθυσμών της Ευρώπης;
«Προσωπικά, πιστεύω ότι υπήρξε μια αυξητική διαδικασία αποφάσεων, όχι μια στιγμή "μεγάλης έκρηξης" κατά την οποία συμφωνήθηκε η Τελική Λύση. Θεωρώ όμως καίριο σημείο της διαδικασίας αυτής το φθινόπωρο του 1941, όταν το ναζιστικό "όραμα" άλλαξε κατεύθυνση, από τις απελάσεις και τον αποδεκατισμό στην πλήρη και συστηματική εξάλειψη των εβραίων στην Ευρώπη. Μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου λαμβάνεται ένα σύνολο αποφάσεων, όπως η έναρξη ανοικοδόμησης στρατοπέδων θανάτου με εγκαταστάσεις θαλάμων αερίου ή η απέλαση των εβραίων της Γερμανίας σε προσωρινά γκέτο στις κατεχόμενες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης - η συνείδηση των νέων στόχων είναι εμφανής στην αλληλογραφία των γερμανικών αρχών και όλα τα παραπάνω αποτελούν για μένα πειστική τεκμηρίωση».

Πώς λειτούργησε ο μηχανισμός ανάληψης πρωτοβουλιών και λήψης αποφάσεων μεταξύ κεντρικών υπηρεσιών και τοπικών γραφειοκρατών, κρατικών στελεχών και ναζιστικού κόμματος;
«Νομίζω ότι η καλύτερη περιγραφή ανήκει στη φράση του μεσαίου ναζιστικού στελέχους που παραθέτει ο Ιαν Κέρσοου στη βιογραφία του για τον Χίτλερ: "δουλεύοντας στη γραμμή του Φύρερ". Η δομή περιστρεφόταν γύρω από την ανώτατη αρχή του Χίτλερ, ο οποίος αποτελούσε ταυτόχρονα ιδεολογική νομιμοποίηση και διαιτησία, χωρίς όμως να διαχειρίζεται τα καθημερινά ζητήματα (micro-manager). Οπως έλεγε ο ίδιος, εκτιμούσε περισσότερο εκείνους τους οπαδούς του που λάμβαναν το 95% των αποφάσεων μόνοι τους και τον έσωζαν από τον κόπο ώστε να εργαστεί στο υπόλοιπο 5%. Οι "καλοί" ναζιστές όφειλαν να επιλύουν τα προβλήματα μόνοι τους: προάγονταν και ανταμείβονταν στον βαθμό που κατανοούσαν και προέβλεπαν τι ακριβώς επιθυμούσε ο Χίτλερ και το έκαναν χωρίς να τον ενοχλούν».

Το γνωστότερο βιβλίο σας, Ordinary Germans, αποτελεί μια περιπτωσιολογική σπουδή της συμμετοχής ενός γερμανικού αστυνομικού τάγματος στο Ολοκαύτωμα στην Πολωνία. Πόσο «συνηθισμένοι Γερμανοί» ήταν οι άνδρες του Τάγματος 101;
«Οι άνδρες του Αστυνομικού Τάγματος 101 συμπεριφέρθηκαν "κανονικά" στο πλαίσιο της δυναμικής της ομάδας, λειτούργησαν δηλαδή όπως θα περίμενε κανείς υπό όρους πιέσεων, υπακοής στην εξουσία, ανάληψης ρόλων. Αυτό που ήταν εντελώς μη κανονικό ήταν η πολιτική μαζικής δολοφονίας με την οποία συναρτήθηκε η "κανονική" τους συμπεριφορά. Στην περίπτωση αυτή η επιλογή τους ήταν σαφής, δεν παρατηρήθηκε διαφορετική συμπεριφορά μεταξύ εκείνων στους οποίους δόθηκε ανοιχτά η δυνατότητα να μη συμμετάσχουν σε μαζικές εκτελέσεις εβραίων και των υπολοίπων. Να σημειωθεί ότι δεν επρόκειτο για προσεκτικά επιλεγμένους ανθρώπους ή άτομα που είχαν υποστεί ιδιαίτερη κατήχηση στο ναζιστικό δόγμα. Συμπερασματικά, πολλές από τις προηγούμενες εξηγήσεις για τη συμπεριφορά των θυτών του Ολοκαυτώματος (επιλογή, κατήχηση, καταναγκασμός) αποβαίνουν όχι μόνο ανεπαρκείς, αλλά και περιττές».

Είναι η διευκρίνιση ιστορικών λεπτομερειών όπως οι παραπάνω μία από τις ανταμοιβές του επαγγέλματος του ιστορικού;
«Το επάγγελμα του ιστορικού προσφέρει πολλές ανταμοιβές. Μια από αυτές είναι η στιγμή του "εύρηκα!", όταν ανακαλύπτεις μια μεγάλη κρύπτη εγγράφων άγνωστων ως τώρα. Μια άλλη είναι η διασταύρωση ασήμαντων λεπτομερειών οι οποίες συνδυαζόμενες προσφέρουν μια απόδειξη. Για παράδειγμα, μια συνάντηση του Αντολφ Αϊχμαν με την ομάδα του από την Ανατολική Ευρώπη στις 23 Οκτωβρίου 1941, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει διασωθεί εγγράφως, φωτίζεται από γράμμα της ίδιας ημέρας ενός τρίτου προσώπου στον Φραντς Ραντεμάχερ, διπλωμάτη του υπουργείου Εξωτερικών, στο οποίο ο αποστολέας αναφέρει ότι συνάντησε έναν παλιό τους κομματικό σύντροφο που εργαζόταν για το εβραϊκό ζήτημα, ο οποίος με τη σειρά του τον πληροφόρησε ότι στο κοντινό μέλλον πολλοί "αρουραίοι εβραίοι" θα εξοντώνονταν. Και μια τρίτη είναι να παλεύεις με ένα φαινομενικά ασυνάρτητο υλικό και τελικά να αναγνωρίζεις τα στοιχεία που του δίνουν συνοχή».

Από τη συνενοχή στη χαλάρωση

Ποια είναι σήμερα, σύμφωνα με τον Μπράουνινγκ, η απήχηση της ιστορικής μνήμης του Ολοκαυτώματος στον μέσο γερμανό πολίτη, αλλά και στους γερμανούς ιστορικούς;
«Νομίζω ότι η γερμανική αντίδραση στο Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζεται από γενεαλογικές διαφορές. Η πρώτη γενιά υπήρξε εκείνη των συνενόχων και επιχείρησε να καταστείλει τη συνενοχή με την επίμονη παρουσίασή της ως θύματος - όχι μόνο της ναζιστικής δικτατορίας, αλλά και του αδιάκριτου βομβαρδισμού των γερμανικών πόλεων από τους Συμμάχους, της εισβολής και των ομαδικών βιασμών από τον Κόκκινο Στρατό, της αδίστακτης απέλασης των πολιτών γερμανικής καταγωγής από τις χώρες της Aνατολικής Ευρώπης. Η δεύτερη γενιά ξεκίνησε μια σοβαρή διερεύνηση του Ολοκαυτώματος, το αντιμετώπισε όμως είτε σε αφηρημένο επίπεδο, βλέποντάς το ως προϊόν ανώνυμων δυνάμεων, είτε με στενή οπτική ως επιλογή του Χίτλερ και των κορυφαίων ναζί. Η τρίτη γενιά παρήγαγε εντυπωσιακή έρευνα του Ολοκαυτώματος σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης. Τα μέλη της όχι μόνο έδωσαν πρόσωπο στους θύτες αλλά και αναγνώρισαν πόσο συνένοχοι υπήρξαν πολλοί Γερμανοί στο Ολοκαύτωμα. Ωστόσο, κανείς από αυτούς τους μελετητές δεν διαθέτει πανεπιστημιακή έδρα στη Γερμανία: ο Πέτερ Λόνγκεριχ είναι στην Αγγλία, ο Χανς Κρίστιαν Γκέρλαχ στην Ελβετία, ο Ντίτερ Πολ και η Συμπίλ Σταϊνμπάχερ στην Αυστρία, ο Φρανκ Μπάγιορ, η Σουζάν Χάιμ και ο Γκετς Αλι εργάζονται μεν στη Γερμανία, όχι όμως σε πανεπιστημιακές θέσεις ώστε να εκπαιδεύσουν την επόμενη γενιά ιστορικών. Διακρίνω λοιπόν στην τέταρτη γενιά ένα είδος χαλάρωσης του ενδιαφέροντος και κάποια "κόπωση του Ολοκαυτώματος", χωρίς αυτό όμως να σημαίνει τη διολίσθηση στον αναθεωρητισμό. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την Ιστορία και η διαστρέβλωση της Ιστορίας είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα».

1/7/2012

Φωτεινή Ακτίνα 

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Η αγωνία των «από κάτω» να κυβερνηθούν


Αγώνες, κινητοποιήσεις, απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, «αγανακτισμένοι», κίνημα πλατειών και λαϊκές συνελεύσεις… Αυτές και πολλές ακόμη, σχετικές με τις προηγούμενες, λέξεις κατέκλυσαν τις σκέψεις και τις συνειδήσεις μας, έγιναν μέρος της καθημερινής δράσης μας, κατακλύζοντας παράλληλα τα δελτία ειδήσεων. Αναμενόμενο, λοιπόν, μετά από τέτοιον πληθωρισμό λέξεων (λόγων) και πρακτικών, να γεννηθούν προσδοκίες, όνειρα και ελπίδες ότι «κάτι κινείται», ότι «τα πράγματα αλλάζουν», ότι ο κόσμος – οι «από κάτω» – βγαίνουν στο προσκήνιο. Ότι ένας «καλύτερος κόσμος» τελικά αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ιστορικό ορίζοντα. 
Αν και στην ιστορική καμπή στην οποία ζούμε μπορεί πράγματι σε ένα συμπυκνωμένο χωροχρονικό σημείο της να «κυοφορείται» ένας «καλύτερος» (πιο δίκαιος, ισότιμος, αλληλέγγυος και ελεύθερος) κόσμος, εντούτοις στην Ελλάδα πρέπει να περιμένουμε μάλλον για πολύ ακόμη. Γιατί πέρα από το πώς εννοεί ο καθένας αυτόν τον «καλύτερο κόσμο», κάτι καθόλου αυτονόητο και άμεσα συνδεδεμένο με ιδεολογικά και θεωρητικά ζητήματα, στις πρόσφατες εκλογές εκφράστηκε και πάλι – και ίσως πιο έντονα αυτή τη φορά – η αγωνία των «από κάτω» να κυβερνηθούν. Μάλιστα, εξαιτίας αυτής ακριβώς της αγωνίας, η οποία κυριάρχησε στο θυμικό και άμβλυνε το λογική, ο «λαός» ψήφισε (εκφράστηκε) αλλοπρόσαλλα και συγκεχυμένα. (Η άποψη για διχασμό μέσα από την ανάδειξη δύο πόλων δεν στέκει, στο βαθμό που δεν εκφράστηκε κάποια ουσιαστική αντίθεση μεταξύ εθνοδεξιάς και αριστεράς. Το αντίθετο, αναδείχθηκε – έστω έμμεσα – μια ιδεολογικοπολιτική συμμαχία στο πλαίσιο του «αντιμνημονιακού μετώπου».)
Έτσι, από τη μία είχαμε ένα σχεδόν 20% ψήφους στην ακροδεξιά (από τους υπερεθνικιστές έως και τους νεοναζί) και άλλο ένα 23% περίπου στην «κυβερνώσα αριστερά». Τώρα, γιατί οι διάφοροι αριστεροί και αριστεριστές δεν έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην θεαματική ενδυνάμωση της ακροδεξιάς, είναι άξιο απορίας. Ίσως ο ενθουσιασμός μπρος στην προοπτική της κατάληψης της εξουσίας, ίσως η προσήλωση στο λαϊκιστικό «αντιμνημονιακό μπλογκ», περισσότερο δε ο συνδυασμός των δύο, να «τύφλωσαν» την – για πρώτη φορά – αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση.
Φαίνεται λοιπόν, πως στην Ελλάδα του σήμερα η πλειονότητα (το 65%, ενώ το 35% της αποχής είναι ένα ενδιαφέρον ζητούμενο το τι τάσεις – υπόγειες ή και συνειδητές – εκφράζει) των πολιτών θέλει εναγωνίως να κυβερνηθεί. Αναζητούνται σωτήρες κάθε είδους με κεντρικό, αν όχι μόνο, κριτήριο να γυρίσουν οι άνθρωποι πίσω στις «καλές εποχές»: να ξαναπάρουν τα επιδόματα, τους μισθούς και τα δάνειά τους, να «αράξουν» στο δημόσιο και να περιμένουν από τους κυβερνώντες διάφορες «εξυπηρετήσεις-διευκολύνσεις». Με άλλα λόγια, η «ανατροπή» στην κοινοβουλευτική σύνθεση («κατάρρευση του δικομματισμού») είναι ένα ωραιότατο άλλοθι για να μην αλλάξει απολύτως τίποτα στην πραγματικότητα που ζούμε. Είναι τυχαίο άραγε το γεγονός ότι η όποια κριτική στο παλιό καθεστώς της διαφθοράς, του βολέματος, της πλαστής ευημερίας ακουγόταν «από κάτω», έχει εξαφανιστεί, για να δώσει τη θέση της στον λαϊκισμό του «όλοι είναι κλέφτες και προδότες» και ότι ζούμε σε καθεστώς «χούντας», ότι «οι ξένοι θέλουν το κακό μας», γι’ αυτό πρέπει να φύγουν ή ότι οι ευρωπαίοι «μας» έχουν ανάγκη και όχι «εμείς»;
Το ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να αυτοοργανωθούν, ότι προτιμούν να αναθέτουν σε άλλους τις υποθέσεις και τη «σωτηρία» τους, ακόμα και σε τραμπούκους της χ. α. την «ασφάλεια»  και για τις καθημερινές ανάγκες τους, και γενικά επιτρέπουν (δηλαδή, αφήνονται στην αποχαύνωση της ιδιωτικής μιζέριας) «να καθαρίζουν τα παλικάρια» αντί για αυτούς, είναι η πηγή της κοινωνικής παθογένειας που βιώνουμε. Πρόκειται ακριβώς για το μείζον πρόβλημα ότι δεν υπάρχει συνείδηση, ατομική και άρα ούτε συλλογική (πόσο μάλλον ταξική) – ούτε και (κριτική) σκέψη. Δεν υπάρχει το αυτόνομο ενσυνείδητο υποκείμενο, συνεπώς δεν υπάρχει και κοινωνία. Σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, μεγάλη μερίδα της κοινωνίας έχει πιαστεί στην παγίδα του φόβου και του μίσους για όποιον «δεν αρέσει η φάτσα του», για τον μη «κανονικό», τον «διαφορετικό», τον «ξένο», τον «Άλλον». Φαίνεται όμως πως για τον προοδευτικό και αριστερό «πόλο» όλα αυτά χωνεύονται, για λόγους τακτικής, από τον αντιμνημονιακό αχταρμά.
Από τη μια λοιπόν έχουμε όλους αυτούς που θέλουν να κυβερνηθούν, χωρίς να σκέφτονται το κόστος και τις συνέπειες για την ελευθερία και την κοινωνική χειραφέτηση, αλλά ούτε για τον δρόμο που θα πάρει η ανθρωπότητα αν παραμείνει προσκολλημένη στο παλιό καθεστώς και τρόπο ζωής, τα οποία – σημειωτέον – έχουν ήδη καταρριφθεί και αποδομηθεί. Το τραγικό είναι όμως ότι δεν το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει, ενώ, όταν θα το αντιληφθεί, το σοκ και η οδύνη θα είναι πλέον αναπόφευκτα. Και από την άλλη, όλον αυτόν το συρφετό που θέλει οπωσδήποτε να κυβερνήσει τις «μάζες».
Τα παραπάνω σχόλια-παρατηρήσεις, εφόσον είναι έγκυρα και αληθή, εγείρουν σοβαρά ιδεολογικά, θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα, για τη φύση του ανθρώπου και την ικανότητα να αναλάβει και να πετύχει μια γνήσια κοινωνική επανάσταση. Εδώ, βέβαια,  το ζήτημα δεν τίθεται από μια δογματική στάση, αλλά από πρόθεση για περισσότερη έρευνα. Γιατί όσο και αν αυτοί οι προβληματισμοί ξεβολεύουν και ενοχλούν την εύκολη σκέψη και τα αυτονόητα σχήματα, ωστόσο είναι πολύ εποικοδομητικοί στο βαθμό που μπορεί να γεννήσουν γόνιμες συζητήσεις και θεωρητικές αναζητήσεις-απαντήσεις. Απώτερος στόχος και αισιόδοξη προοπτική, το να δώσει ο ριζοσπαστικός-ανατρεπτικός «πόλος» μια πειστική και ψύχραιμη απάντηση, που να απεγκλωβίζει από το σημερινό παράδοξο-αδιέξοδο την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης-αντιεξουσίας και της παγκόσμιας επανάστασης.
Τέλος, ως συνέχεια της συζήτησης, δύο ακόμη θέματα θα πρέπει να εξεταστούν και να δοθεί μια περιεκτική και ρεαλιστική (ψύχραιμη) απάντηση: α) Μας τελείωσε ο δικομματισμός ΠΑΣΟΚ / ΝΔ ή πήρε άλλη μορφή; β) Τι σημαίνει η πρόσφατη εκλογική αποχή (με δεδομένο ότι στα αστικά κέντρα το ποσοστό αποχής δεν αυξήθηκε, άρα η αύξησή του στην επαρχία συνδέεται και με οικονομικούς λόγους);
30/5/2012
Δημήτρης Φασόλης